alternative form of αγγίζω (angízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος εγγίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγγίζω
εσύ εγγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εγγίζει
εμείς εγγίζομε
εσείς εγγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εγγίζουν
Παρατατικός
εγώ ήγγιζα
εσύ ήγγιζες
αυτός/αυτή/αυτό ήγγιζε
εμείς εγγίζαμε
εσείς εγγίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήγγιζαν
Αόριστος
εγώ ήγγισα
εσύ ήγγισες
αυτός/αυτή/αυτό ήγγισε
εμείς εγγίσαμε
εσείς εγγίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήγγισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγγίζω
εσύ θα εγγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγγίζει
εμείς θα εγγίζομε
εσείς θα εγγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγγίζουν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγγίσω
εσύ θα εγγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγγίσει
εμείς θα εγγίσομε
εσείς θα εγγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγγίσουν
Υποτακτική (να)
εγώ να εγγίσω
εσύ να εγγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εγγίσει
εμείς να εγγίσομε
εσείς να εγγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγγίσουν
Παρακείμενος
εγώ έχω εγγίσει
εσύ έχεις εγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγγίσει
εμείς έχουμε εγγίσει
εσείς έχετε εγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγγίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγγίσει
εσύ είχες εγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγγίσει
εμείς είχαμε εγγίσει
εσείς είχατε εγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγγίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγγίσει
εσύ θα έχεις εγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγγίσει
εμείς θα έχουμε εγγίσει
εσείς θα έχετε εγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγγίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έγγιζε
(εσείς) εγγίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έγγισε
(εσείς) εγγίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εγγίζοντας / έχοντας εγγίσει
Απαρέμφατο
εγγίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.