to set, go down (sun, stars, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος δύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δύω
εσύ δύεις
αυτός/αυτή/αυτό δύει
εμείς δύουμε
εσείς δύετε
αυτοί/αυτές/αυτά δύουν / δύουνε
Παρατατικός
εγώ έδυα
εσύ έδυες
αυτός/αυτή/αυτό έδυε
εμείς δύαμε
εσείς δύατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδυαν / δύαν / δύανε
Αόριστος
εγώ έδυσα
εσύ έδυσες
αυτός/αυτή/αυτό έδυσε
εμείς δύσαμε
εσείς δύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδυσαν / δύσαν / δύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δύω
εσύ θα δύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δύει
εμείς θα δύουμε
εσείς θα δύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δύουν / θα δύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δύσω
εσύ θα δύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δύσει
εμείς θα δύσουμε
εσείς θα δύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δύσουν / θα δύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δύσω
εσύ να δύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δύσει
εμείς να δύσουμε
εσείς να δύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δύσουν / δύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δύσει
εσύ έχεις δύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δύσει
εμείς έχουμε δύσει
εσείς έχετε δύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δύσει
εσύ είχες δύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δύσει
εμείς είχαμε δύσει
εσείς είχατε δύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δύσει
εσύ θα έχεις δύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δύσει
εμείς θα έχουμε δύσει
εσείς θα έχετε δύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δύε
(εσείς) δύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δύσε
(εσείς) δύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δύοντας / έχοντας δύσει
Απαρέμφατο
δύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.