to hamper, inconvenience
Πλήρης κλίση του ρήματος δυσκολεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δυσκολεύω
εσύ δυσκολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό δυσκολεύει
εμείς δυσκολεύουμε
εσείς δυσκολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκολεύουν / δυσκολεύουνε
Παρατατικός
εγώ δυσκόλευα
εσύ δυσκόλευες
αυτός/αυτή/αυτό δυσκόλευε
εμείς δυσκολεύαμε
εσείς δυσκολεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκόλευαν / δυσκολεύαν / δυσκολεύανε
Αόριστος
εγώ δυσκόλεψα
εσύ δυσκόλεψες
αυτός/αυτή/αυτό δυσκόλεψε
εμείς δυσκολέψαμε
εσείς δυσκολέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκόλεψαν / δυσκολέψαν / δυσκολέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δυσκολεύω
εσύ θα δυσκολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσκολεύει
εμείς θα δυσκολεύουμε
εσείς θα δυσκολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσκολεύουν / θα δυσκολεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσκολέψω
εσύ θα δυσκολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσκολέψει
εμείς θα δυσκολέψουμε
εσείς θα δυσκολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσκολέψουν / θα δυσκολέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δυσκολέψω
εσύ να δυσκολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να δυσκολέψει
εμείς να δυσκολέψουμε
εσείς να δυσκολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυσκολέψουν / δυσκολέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δυσκολέψει
εσύ έχεις δυσκολέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυσκολέψει
εμείς έχουμε δυσκολέψει
εσείς έχετε δυσκολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυσκολέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δυσκολέψει
εσύ είχες δυσκολέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυσκολέψει
εμείς είχαμε δυσκολέψει
εσείς είχατε δυσκολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυσκολέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δυσκολέψει
εσύ θα έχεις δυσκολέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυσκολέψει
εμείς θα έχουμε δυσκολέψει
εσείς θα έχετε δυσκολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυσκολέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δυσκόλευε
(εσείς) δυσκολεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δυσκόλεψε / δυσκόλευ'
(εσείς) δυσκολέψτε / δυσκολεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δυσκολεύομαι
εσύ δυσκολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δυσκολεύεται
εμείς δυσκολευόμαστε
εσείς δυσκολεύεστε / δυσκολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκολεύονται
Παρατατικός
εγώ δυσκολευόμουν / δυσκολευόμουνα
εσύ δυσκολευόσουν / δυσκολευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δυσκολευόταν / δυσκολευότανε
εμείς δυσκολευόμασταν / δυσκολευόμαστε
εσείς δυσκολευόσασταν / δυσκολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκολεύονταν / δυσκολευόντουσαν
Αόριστος
εγώ δυσκολεύτηκα
εσύ δυσκολεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό δυσκολεύτηκε
εμείς δυσκολευτήκαμε
εσείς δυσκολευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσκολεύτηκαν / δυσκολευτήκαν / δυσκολευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δυσκολεύομαι
εσύ θα δυσκολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσκολεύεται
εμείς θα δυσκολευόμαστε
εσείς θα δυσκολεύεστε / θα δυσκολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσκολεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσκολευτώ
εσύ θα δυσκολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσκολευτεί
εμείς θα δυσκολευτούμε
εσείς θα δυσκολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσκολευτούν / θα δυσκολευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δυσκολευτώ
εσύ να δυσκολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να δυσκολευτεί
εμείς να δυσκολευτούμε
εσείς να δυσκολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυσκολευτούν / δυσκολευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δυσκολευτεί
εσύ έχεις δυσκολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυσκολευτεί
εμείς έχουμε δυσκολευτεί
εσείς έχετε δυσκολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυσκολευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δυσκολευτεί
εσύ είχες δυσκολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυσκολευτεί
εμείς είχαμε δυσκολευτεί
εσείς είχατε δυσκολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυσκολευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δυσκολευτεί
εσύ θα έχεις δυσκολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυσκολευτεί
εμείς θα έχουμε δυσκολευτεί
εσείς θα έχετε δυσκολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυσκολευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δυσκολεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δυσκολέψου
(εσείς) δυσκολευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δυσκολεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας δυσκολέψει
Μετοχή παρακειμένου
δυσκολεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
δυσκολέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
δυσκολευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.