Κλίση του ρήματος δυσαρεστώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δυσαρεστώ
to displease, to discontent
Πλήρης κλίση του ρήματος δυσαρεστώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δυσαρεστώ
εσύ δυσαρεστείς
αυτός/αυτή/αυτό δυσαρεστεί
εμείς δυσαρεστούμε
εσείς δυσαρεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρεστούν / δυσαρεστούνε

Παρατατικός

εγώ δυσαρεστούσα
εσύ δυσαρεστούσες
αυτός/αυτή/αυτό δυσαρεστούσε
εμείς δυσαρεστούσαμε
εσείς δυσαρεστούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρεστούσαν / δυσαρεστούσανε

Αόριστος

εγώ δυσαρέστησα
εσύ δυσαρέστησες
αυτός/αυτή/αυτό δυσαρέστησε
εμείς δυσαρεστήσαμε
εσείς δυσαρεστήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρέστησαν / δυσαρεστήσαν / δυσαρεστήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δυσαρεστώ
εσύ θα δυσαρεστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσαρεστεί
εμείς θα δυσαρεστούμε
εσείς θα δυσαρεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσαρεστούν / θα δυσαρεστούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δυσαρεστήσω
εσύ θα δυσαρεστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσαρεστήσει
εμείς θα δυσαρεστήσουμε
εσείς θα δυσαρεστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσαρεστήσουν / θα δυσαρεστήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δυσαρεστήσω
εσύ να δυσαρεστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δυσαρεστήσει
εμείς να δυσαρεστήσουμε
εσείς να δυσαρεστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυσαρεστήσουν / δυσαρεστήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δυσαρεστήσει
εσύ έχεις δυσαρεστήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυσαρεστήσει
εμείς έχουμε δυσαρεστήσει
εσείς έχετε δυσαρεστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυσαρεστήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δυσαρεστήσει
εσύ είχες δυσαρεστήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυσαρεστήσει
εμείς είχαμε δυσαρεστήσει
εσείς είχατε δυσαρεστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυσαρεστήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δυσαρεστήσει
εσύ θα έχεις δυσαρεστήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυσαρεστήσει
εμείς θα έχουμε δυσαρεστήσει
εσείς θα έχετε δυσαρεστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυσαρεστήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δυσαρεστείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δυσαρέστησε
(εσείς) δυσαρεστήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δυσαρεστούμαι
εσύ δυσαρεστείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δυσαρεστείται
εμείς δυσαρεστούμαστε / δυσαρεστούμεθα
εσείς δυσαρεστείστε / δυσαρεστείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρεστούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό δυσαρεστούνταν
εμείς δυσαρεστούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρεστούνταν

Αόριστος

εγώ δυσαρεστήθηκα
εσύ δυσαρεστήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δυσαρεστήθηκε
εμείς δυσαρεστηθήκαμε
εσείς δυσαρεστηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυσαρεστήθηκαν / δυσαρεστηθήκαν / δυσαρεστηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δυσαρεστούμαι
εσύ θα δυσαρεστείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσαρεστείται
εμείς θα δυσαρεστούμαστε / θα δυσαρεστούμεθα
εσείς θα δυσαρεστείστε / θα δυσαρεστείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσαρεστούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δυσαρεστηθώ
εσύ θα δυσαρεστηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δυσαρεστηθεί
εμείς θα δυσαρεστηθούμε
εσείς θα δυσαρεστηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυσαρεστηθούν / θα δυσαρεστηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δυσαρεστηθώ
εσύ να δυσαρεστηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δυσαρεστηθεί
εμείς να δυσαρεστηθούμε
εσείς να δυσαρεστηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυσαρεστηθούν / δυσαρεστηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δυσαρεστηθεί
εσύ έχεις δυσαρεστηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυσαρεστηθεί
εμείς έχουμε δυσαρεστηθεί
εσείς έχετε δυσαρεστηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυσαρεστηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δυσαρεστηθεί
εσύ είχες δυσαρεστηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυσαρεστηθεί
εμείς είχαμε δυσαρεστηθεί
εσείς είχατε δυσαρεστηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυσαρεστηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δυσαρεστηθεί
εσύ θα έχεις δυσαρεστηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυσαρεστηθεί
εμείς θα έχουμε δυσαρεστηθεί
εσείς θα έχετε δυσαρεστηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυσαρεστηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δυσαρεστείστε / δυσαρεστείσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δυσαρεστήσου
(εσείς) δυσαρεστηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δυσαρεστώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δυσαρεστήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δυσαρεστούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δυσαρεστημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δυσαρεστήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δυσαρεστηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.