Κλίση του ρήματος δυναμιτίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δυναμιτίζω
to dynamite (detonate/explode dynamite)
Πλήρης κλίση του ρήματος δυναμιτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δυναμιτίζω
εσύ δυναμιτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό δυναμιτίζει
εμείς δυναμιτίζουμε
εσείς δυναμιτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμιτίζουν / δυναμιτίζουνε

Παρατατικός

εγώ δυναμίτιζα
εσύ δυναμίτιζες
αυτός/αυτή/αυτό δυναμίτιζε
εμείς δυναμιτίζαμε
εσείς δυναμιτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμίτιζαν / δυναμιτίζαν / δυναμιτίζανε

Αόριστος

εγώ δυναμίτισα
εσύ δυναμίτισες
αυτός/αυτή/αυτό δυναμίτισε
εμείς δυναμιτίσαμε
εσείς δυναμιτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμίτισαν / δυναμιτίσαν / δυναμιτίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δυναμιτίζω
εσύ θα δυναμιτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δυναμιτίζει
εμείς θα δυναμιτίζουμε
εσείς θα δυναμιτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυναμιτίζουν / θα δυναμιτίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δυναμιτίσω
εσύ θα δυναμιτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δυναμιτίσει
εμείς θα δυναμιτίσουμε
εσείς θα δυναμιτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυναμιτίσουν / θα δυναμιτίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δυναμιτίσω
εσύ να δυναμιτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δυναμιτίσει
εμείς να δυναμιτίσουμε
εσείς να δυναμιτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυναμιτίσουν / δυναμιτίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δυναμιτίσει
εσύ έχεις δυναμιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυναμιτίσει
εμείς έχουμε δυναμιτίσει
εσείς έχετε δυναμιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυναμιτίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δυναμιτίσει
εσύ είχες δυναμιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυναμιτίσει
εμείς είχαμε δυναμιτίσει
εσείς είχατε δυναμιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυναμιτίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δυναμιτίσει
εσύ θα έχεις δυναμιτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυναμιτίσει
εμείς θα έχουμε δυναμιτίσει
εσείς θα έχετε δυναμιτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυναμιτίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) δυναμίτιζε
(εσείς) δυναμιτίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δυναμίτισε
(εσείς) δυναμιτίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δυναμιτίζομαι
εσύ δυναμιτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δυναμιτίζεται
εμείς δυναμιτιζόμαστε
εσείς δυναμιτίζεστε / δυναμιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμιτίζονται

Παρατατικός

εγώ δυναμιτιζόμουν / δυναμιτιζόμουνα
εσύ δυναμιτιζόσουν / δυναμιτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δυναμιτιζόταν / δυναμιτιζότανε
εμείς δυναμιτιζόμασταν / δυναμιτιζόμαστε
εσείς δυναμιτιζόσασταν / δυναμιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμιτίζονταν / δυναμιτιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ δυναμιτίστηκα
εσύ δυναμιτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό δυναμιτίστηκε
εμείς δυναμιτιστήκαμε
εσείς δυναμιτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δυναμιτίστηκαν / δυναμιτιστήκαν / δυναμιτιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δυναμιτίζομαι
εσύ θα δυναμιτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δυναμιτίζεται
εμείς θα δυναμιτιζόμαστε
εσείς θα δυναμιτίζεστε / θα δυναμιτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυναμιτίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δυναμιτιστώ
εσύ θα δυναμιτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δυναμιτιστεί
εμείς θα δυναμιτιστούμε
εσείς θα δυναμιτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δυναμιτιστούν / θα δυναμιτιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δυναμιτιστώ
εσύ να δυναμιτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να δυναμιτιστεί
εμείς να δυναμιτιστούμε
εσείς να δυναμιτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δυναμιτιστούν / δυναμιτιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δυναμιτιστεί
εσύ έχεις δυναμιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δυναμιτιστεί
εμείς έχουμε δυναμιτιστεί
εσείς έχετε δυναμιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δυναμιτιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δυναμιτιστεί
εσύ είχες δυναμιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δυναμιτιστεί
εμείς είχαμε δυναμιτιστεί
εσείς είχατε δυναμιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δυναμιτιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δυναμιτιστεί
εσύ θα έχεις δυναμιτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δυναμιτιστεί
εμείς θα έχουμε δυναμιτιστεί
εσείς θα έχετε δυναμιτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δυναμιτιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δυναμιτίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δυναμιτίσου
(εσείς) δυναμιτιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δυναμιτίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δυναμιτίσει

Μετοχή παρακειμένου

δυναμιτισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δυναμιτίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δυναμιτιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.