to act, take action, do something
Πλήρης κλίση του ρήματος δρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δρω
εσύ δρας
αυτός/αυτή/αυτό δρα
εμείς δρούμε
εσείς δράτε
αυτοί/αυτές/αυτά δρουν / δρούνε
Παρατατικός
εγώ δρούσα
εσύ δρούσες
αυτός/αυτή/αυτό δρούσε
εμείς δρούσαμε
εσείς δρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δρούσαν / δρούσανε
Αόριστος
εγώ έδρασα
εσύ έδρασες
αυτός/αυτή/αυτό έδρασε
εμείς δράσαμε
εσείς δράσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδρασαν / δράσαν / δράσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δρω
εσύ θα δρας
αυτός/αυτή/αυτό θα δρα
εμείς θα δρούμε
εσείς θα δράτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρουν / θα δρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δράσω
εσύ θα δράσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δράσει
εμείς θα δράσουμε
εσείς θα δράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δράσουν / θα δράσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δράσω
εσύ να δράσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δράσει
εμείς να δράσουμε
εσείς να δράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δράσουν / δράσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δράσει
εσύ έχεις δράσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δράσει
εμείς έχουμε δράσει
εσείς έχετε δράσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δράσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δράσει
εσύ είχες δράσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δράσει
εμείς είχαμε δράσει
εσείς είχατε δράσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δράσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δράσει
εσύ θα έχεις δράσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δράσει
εμείς θα έχουμε δράσει
εσείς θα έχετε δράσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δράσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δράτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δράσε
(εσείς) δράστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
formal declinable: δρων / δρώσα / δρων indeclinable: δρώντας / έχοντας δράσει
Απαρέμφατο
δράσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.