Κλίση του ρήματος δρομολογώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δρομολογώ
to put into operation, to bring into service, to launch (:means of transport on a given scheduled route)
Πλήρης κλίση του ρήματος δρομολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δρομολογώ
εσύ δρομολογείς
αυτός/αυτή/αυτό δρομολογεί
εμείς δρομολογούμε
εσείς δρομολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολογούν / δρομολογούνε

Παρατατικός

εγώ δρομολογούσα
εσύ δρομολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό δρομολογούσε
εμείς δρομολογούσαμε
εσείς δρομολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολογούσαν / δρομολογούσανε

Αόριστος

εγώ δρομολόγησα
εσύ δρομολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό δρομολόγησε
εμείς δρομολογήσαμε
εσείς δρομολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολόγησαν / δρομολογήσαν / δρομολογήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δρομολογώ
εσύ θα δρομολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δρομολογεί
εμείς θα δρομολογούμε
εσείς θα δρομολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρομολογούν / θα δρομολογούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δρομολογήσω
εσύ θα δρομολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δρομολογήσει
εμείς θα δρομολογήσουμε
εσείς θα δρομολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρομολογήσουν / θα δρομολογήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δρομολογήσω
εσύ να δρομολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δρομολογήσει
εμείς να δρομολογήσουμε
εσείς να δρομολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δρομολογήσουν / δρομολογήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δρομολογήσει
εσύ έχεις δρομολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δρομολογήσει
εμείς έχουμε δρομολογήσει
εσείς έχετε δρομολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δρομολογήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δρομολογήσει
εσύ είχες δρομολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δρομολογήσει
εμείς είχαμε δρομολογήσει
εσείς είχατε δρομολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δρομολογήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δρομολογήσει
εσύ θα έχεις δρομολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δρομολογήσει
εμείς θα έχουμε δρομολογήσει
εσείς θα έχετε δρομολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δρομολογήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δρομολογείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δρομολόγησε
(εσείς) δρομολογήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δρομολογούμαι
εσύ δρομολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δρομολογείται
εμείς δρομολογούμαστε
εσείς δρομολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολογούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό δρομολογούνταν / δρομολογείτο
εμείς δρομολογούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολογούνταν / δρομολογούντο

Αόριστος

εγώ δρομολογήθηκα
εσύ δρομολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δρομολογήθηκε
εμείς δρομολογηθήκαμε
εσείς δρομολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δρομολογήθηκαν / δρομολογηθήκαν / δρομολογηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δρομολογούμαι
εσύ θα δρομολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δρομολογείται
εμείς θα δρομολογούμαστε
εσείς θα δρομολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρομολογούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δρομολογηθώ
εσύ θα δρομολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δρομολογηθεί
εμείς θα δρομολογηθούμε
εσείς θα δρομολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρομολογηθούν / θα δρομολογηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δρομολογηθώ
εσύ να δρομολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δρομολογηθεί
εμείς να δρομολογηθούμε
εσείς να δρομολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δρομολογηθούν / δρομολογηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δρομολογηθεί
εσύ έχεις δρομολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δρομολογηθεί
εμείς έχουμε δρομολογηθεί
εσείς έχετε δρομολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δρομολογηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δρομολογηθεί
εσύ είχες δρομολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δρομολογηθεί
εμείς είχαμε δρομολογηθεί
εσείς είχατε δρομολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δρομολογηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δρομολογηθεί
εσύ θα έχεις δρομολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δρομολογηθεί
εμείς θα έχουμε δρομολογηθεί
εσείς θα έχετε δρομολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δρομολογηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δρομολογείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δρομολογήσου
(εσείς) δρομολογηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δρομολογώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δρομολογήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δρομολογούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δρομολογημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δρομολογήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δρομολογηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.