to call to action, to mobilize
Πλήρης κλίση του ρήματος δραστηριοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δραστηριοποιώ
εσύ δραστηριοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποιεί
εμείς δραστηριοποιούμε
εσείς δραστηριοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποιούν / δραστηριοποιούνε
Παρατατικός
εγώ δραστηριοποιούσα
εσύ δραστηριοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποιούσε
εμείς δραστηριοποιούσαμε
εσείς δραστηριοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποιούσαν / δραστηριοποιούσανε
Αόριστος
εγώ δραστηριοποίησα
εσύ δραστηριοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποίησε
εμείς δραστηριοποιήσαμε
εσείς δραστηριοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποίησαν / δραστηριοποιήσαν / δραστηριοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δραστηριοποιώ
εσύ θα δραστηριοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δραστηριοποιεί
εμείς θα δραστηριοποιούμε
εσείς θα δραστηριοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραστηριοποιούν / θα δραστηριοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δραστηριοποιήσω
εσύ θα δραστηριοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δραστηριοποιήσει
εμείς θα δραστηριοποιήσουμε
εσείς θα δραστηριοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραστηριοποιήσουν / θα δραστηριοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δραστηριοποιήσω
εσύ να δραστηριοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δραστηριοποιήσει
εμείς να δραστηριοποιήσουμε
εσείς να δραστηριοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δραστηριοποιήσουν / δραστηριοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δραστηριοποιήσει
εσύ έχεις δραστηριοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δραστηριοποιήσει
εμείς έχουμε δραστηριοποιήσει
εσείς έχετε δραστηριοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δραστηριοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δραστηριοποιήσει
εσύ είχες δραστηριοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δραστηριοποιήσει
εμείς είχαμε δραστηριοποιήσει
εσείς είχατε δραστηριοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δραστηριοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δραστηριοποιήσει
εσύ θα έχεις δραστηριοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δραστηριοποιήσει
εμείς θα έχουμε δραστηριοποιήσει
εσείς θα έχετε δραστηριοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δραστηριοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δραστηριοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δραστηριοποίησε
(εσείς) δραστηριοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δραστηριοποιούμαι
εσύ δραστηριοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποιείται
εμείς δραστηριοποιούμαστε / δραστηριοποιόμαστε
εσείς δραστηριοποιείστε / δραστηριοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποιούνται
Παρατατικός
εγώ δραστηριοποιούμουν / δραστηριοποιούμουνα / δραστηριοποιόμουν / δραστηριοποιόμουνα
εσύ δραστηριοποιόσουν / δραστηριοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποιούνταν / δραστηριοποιόταν / δραστηριοποιότανε / δραστηριοποιείτο
εμείς δραστηριοποιούμασταν / ‑ούμαστε / δραστηριοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς δραστηριοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποιούνταν / δραστηριοποιόνταν / δραστηριοποιόντανε / δραστηριοποιόντουσαν / δραστηριοποιούντο
Αόριστος
εγώ δραστηριοποιήθηκα
εσύ δραστηριοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δραστηριοποιήθηκε
εμείς δραστηριοποιηθήκαμε
εσείς δραστηριοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δραστηριοποιήθηκαν / δραστηριοποιηθήκαν / δραστηριοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δραστηριοποιούμαι
εσύ θα δραστηριοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δραστηριοποιείται
εμείς θα δραστηριοποιούμαστε / θα δραστηριοποιόμαστε
εσείς θα δραστηριοποιείστε / θα δραστηριοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραστηριοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δραστηριοποιηθώ
εσύ θα δραστηριοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δραστηριοποιηθεί
εμείς θα δραστηριοποιηθούμε
εσείς θα δραστηριοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραστηριοποιηθούν / θα δραστηριοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δραστηριοποιηθώ
εσύ να δραστηριοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δραστηριοποιηθεί
εμείς να δραστηριοποιηθούμε
εσείς να δραστηριοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δραστηριοποιηθούν / δραστηριοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δραστηριοποιηθεί
εσύ έχεις δραστηριοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δραστηριοποιηθεί
εμείς έχουμε δραστηριοποιηθεί
εσείς έχετε δραστηριοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δραστηριοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δραστηριοποιηθεί
εσύ είχες δραστηριοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δραστηριοποιηθεί
εμείς είχαμε δραστηριοποιηθεί
εσείς είχατε δραστηριοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δραστηριοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δραστηριοποιηθεί
εσύ θα έχεις δραστηριοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δραστηριοποιηθεί
εμείς θα έχουμε δραστηριοποιηθεί
εσείς θα έχετε δραστηριοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δραστηριοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δραστηριοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δραστηριοποιήσου
(εσείς) δραστηριοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δραστηριοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας δραστηριοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
δραστηριοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
δραστηριοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
δραστηριοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
δραστηριοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.