Κλίση του ρήματος δραπετεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δραπετεύω
to escape, get away
Πλήρης κλίση του ρήματος δραπετεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δραπετεύω
εσύ δραπετεύεις
αυτός/αυτή/αυτό δραπετεύει
εμείς δραπετεύουμε
εσείς δραπετεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά δραπετεύουν / δραπετεύουνε

Παρατατικός

εγώ δραπέτευα
εσύ δραπέτευες
αυτός/αυτή/αυτό δραπέτευε
εμείς δραπετεύαμε
εσείς δραπετεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά δραπέτευαν / δραπετεύαν / δραπετεύανε

Αόριστος

εγώ δραπέτευσα
εσύ δραπέτευσες
αυτός/αυτή/αυτό δραπέτευσε
εμείς δραπετεύσαμε
εσείς δραπετεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δραπέτευσαν / δραπετεύσαν / δραπετεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δραπετεύω
εσύ θα δραπετεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δραπετεύει
εμείς θα δραπετεύουμε
εσείς θα δραπετεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραπετεύουν / θα δραπετεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δραπετεύσω
εσύ θα δραπετεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δραπετεύσει
εμείς θα δραπετεύσουμε
εσείς θα δραπετεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δραπετεύσουν / θα δραπετεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δραπετεύσω
εσύ να δραπετεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δραπετεύσει
εμείς να δραπετεύσουμε
εσείς να δραπετεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δραπετεύσουν / δραπετεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δραπετεύσει
εσύ έχεις δραπετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δραπετεύσει
εμείς έχουμε δραπετεύσει
εσείς έχετε δραπετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δραπετεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δραπετεύσει
εσύ είχες δραπετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δραπετεύσει
εμείς είχαμε δραπετεύσει
εσείς είχατε δραπετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δραπετεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δραπετεύσει
εσύ θα έχεις δραπετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δραπετεύσει
εμείς θα έχουμε δραπετεύσει
εσείς θα έχετε δραπετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δραπετεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) δραπέτευε
(εσείς) δραπετεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δραπέτευσε
(εσείς) δραπετεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δραπετεύοντας / έχοντας δραπετεύσει

Απαρέμφατο

δραπετεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.