to collect fruit
Πλήρης κλίση του ρήματος δρέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δρέπω
εσύ δρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό δρέπει
εμείς δρέπουμε
εσείς δρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά δρέπουν / δρέπουνε
Παρατατικός
εγώ έδρεπα
εσύ έδρεπες
αυτός/αυτή/αυτό έδρεπε
εμείς δρέπαμε
εσείς δρέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδρεπαν / δρέπαν / δρέπανε
Αόριστος
εγώ έδρεψα
εσύ έδρεψες
αυτός/αυτή/αυτό έδρεψε
εμείς δρέψαμε
εσείς δρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδρεψαν / δρέψαν / δρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δρέπω
εσύ θα δρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δρέπει
εμείς θα δρέπουμε
εσείς θα δρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρέπουν / θα δρέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δρέψω
εσύ θα δρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δρέψει
εμείς θα δρέψουμε
εσείς θα δρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δρέψουν / θα δρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δρέψω
εσύ να δρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να δρέψει
εμείς να δρέψουμε
εσείς να δρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δρέψουν / δρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δρέψει
εσύ έχεις δρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δρέψει
εμείς έχουμε δρέψει
εσείς έχετε δρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δρέψει
εσύ είχες δρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δρέψει
εμείς είχαμε δρέψει
εσείς είχατε δρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δρέψει
εσύ θα έχεις δρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δρέψει
εμείς θα έχουμε δρέψει
εσείς θα έχετε δρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δρέπε
(εσείς) δρέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δρέψε
(εσείς) δρέψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δρέποντας / έχοντας δρέψει
Απαρέμφατο
δρέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.