Κλίση του ρήματος δοξάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δοξάζω
to glorify, praise
Πλήρης κλίση του ρήματος δοξάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δοξάζω
εσύ δοξάζεις
αυτός/αυτή/αυτό δοξάζει
εμείς δοξάζουμε
εσείς δοξάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά δοξάζουν / δοξάζουνε

Παρατατικός

εγώ δόξαζα
εσύ δόξαζες
αυτός/αυτή/αυτό δόξαζε
εμείς δοξάζαμε
εσείς δοξάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δόξαζαν / δοξάζαν / δοξάζανε

Αόριστος

εγώ δόξασα
εσύ δόξασες
αυτός/αυτή/αυτό δόξασε
εμείς δοξάσαμε
εσείς δοξάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δόξασαν / δοξάσαν / δοξάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δοξάζω
εσύ θα δοξάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δοξάζει
εμείς θα δοξάζουμε
εσείς θα δοξάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δοξάζουν / θα δοξάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δοξάσω
εσύ θα δοξάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δοξάσει
εμείς θα δοξάσουμε
εσείς θα δοξάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δοξάσουν / θα δοξάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δοξάσω
εσύ να δοξάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δοξάσει
εμείς να δοξάσουμε
εσείς να δοξάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δοξάσουν / δοξάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δοξάσει
εσύ έχεις δοξάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δοξάσει
εμείς έχουμε δοξάσει
εσείς έχετε δοξάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δοξάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δοξάσει
εσύ είχες δοξάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δοξάσει
εμείς είχαμε δοξάσει
εσείς είχατε δοξάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δοξάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δοξάσει
εσύ θα έχεις δοξάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δοξάσει
εμείς θα έχουμε δοξάσει
εσείς θα έχετε δοξάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δοξάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) δόξαζε
(εσείς) δοξάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δόξασε
(εσείς) δοξάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δοξάζομαι
εσύ δοξάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δοξάζεται
εμείς δοξαζόμαστε
εσείς δοξάζεστε / δοξαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δοξάζονται

Παρατατικός

εγώ δοξαζόμουν / δοξαζόμουνα
εσύ δοξαζόσουν / δοξαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δοξαζόταν / δοξαζότανε
εμείς δοξαζόμασταν / δοξαζόμαστε
εσείς δοξαζόσασταν / δοξαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δοξάζονταν / δοξαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ δοξάστηκα
εσύ δοξάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό δοξάστηκε
εμείς δοξαστήκαμε
εσείς δοξαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δοξάστηκαν / δοξαστήκαν / δοξαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δοξάζομαι
εσύ θα δοξάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δοξάζεται
εμείς θα δοξαζόμαστε
εσείς θα δοξάζεστε / θα δοξαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δοξάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δοξαστώ
εσύ θα δοξαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δοξαστεί
εμείς θα δοξαστούμε
εσείς θα δοξαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δοξαστούν / θα δοξαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δοξαστώ
εσύ να δοξαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να δοξαστεί
εμείς να δοξαστούμε
εσείς να δοξαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δοξαστούν / δοξαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δοξαστεί
εσύ έχεις δοξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δοξαστεί
εμείς έχουμε δοξαστεί
εσείς έχετε δοξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δοξαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δοξαστεί
εσύ είχες δοξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δοξαστεί
εμείς είχαμε δοξαστεί
εσείς είχατε δοξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δοξαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δοξαστεί
εσύ θα έχεις δοξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δοξαστεί
εμείς θα έχουμε δοξαστεί
εσείς θα έχετε δοξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δοξαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δοξάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δοξάσου
(εσείς) δοξαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δοξάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δοξάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δοξαζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δοξασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δοξάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δοξαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.