Κλίση του ρήματος διώχνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διώχνω
to chase away, to drive away, to send away, to shoo, to get rid of
Πλήρης κλίση του ρήματος διώχνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διώχνω
εσύ διώχνεις
αυτός/αυτή/αυτό διώχνει
εμείς διώχνουμε
εσείς διώχνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διώχνουν / διώχνουνε

Παρατατικός

εγώ έδιωχνα
εσύ έδιωχνες
αυτός/αυτή/αυτό έδιωχνε
εμείς διώχναμε
εσείς διώχνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδιωχναν / διώχναν / διώχνανε

Αόριστος

εγώ έδιωξα
εσύ έδιωξες
αυτός/αυτή/αυτό έδιωξε
εμείς διώξαμε
εσείς διώξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδιωξαν / διώξαν / διώξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διώχνω
εσύ θα διώχνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διώχνει
εμείς θα διώχνουμε
εσείς θα διώχνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διώχνουν / θα διώχνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διώξω
εσύ θα διώξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διώξει
εμείς θα διώξουμε
εσείς θα διώξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διώξουν / θα διώξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διώξω
εσύ να διώξεις
αυτός/αυτή/αυτό να διώξει
εμείς να διώξουμε
εσείς να διώξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διώξουν / διώξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διώξει
εσύ έχεις διώξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διώξει
εμείς έχουμε διώξει
εσείς έχετε διώξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διώξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διώξει
εσύ είχες διώξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διώξει
εμείς είχαμε διώξει
εσείς είχατε διώξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διώξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διώξει
εσύ θα έχεις διώξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διώξει
εμείς θα έχουμε διώξει
εσείς θα έχετε διώξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διώξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διώχνε
(εσείς) διώχνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διώξε / διώχ'
(εσείς) διώξτε / διώχτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διώχνομαι
εσύ διώχνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διώχνεται
εμείς διωχνόμαστε
εσείς διώχνεστε / διωχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διώχνονται

Παρατατικός

εγώ διωχνόμουν / διωχνόμουνα
εσύ διωχνόσουν / διωχνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διωχνόταν / διωχνότανε
εμείς διωχνόμασταν / διωχνόμαστε
εσείς διωχνόσασταν / διωχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διώχνονταν / διωχνόντουσαν

Αόριστος

εγώ διώχτηκα
εσύ διώχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό διώχτηκε
εμείς διωχτήκαμε
εσείς διωχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διώχτηκαν / διωχτήκαν / διωχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διώχνομαι
εσύ θα διώχνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διώχνεται
εμείς θα διωχνόμαστε
εσείς θα διώχνεστε / θα διωχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διώχνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διωχτώ
εσύ θα διωχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διωχτεί
εμείς θα διωχτούμε
εσείς θα διωχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διωχτούν / θα διωχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διωχτώ
εσύ να διωχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να διωχτεί
εμείς να διωχτούμε
εσείς να διωχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διωχτούν / διωχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διωχτεί
εσύ έχεις διωχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διωχτεί
εμείς έχουμε διωχτεί
εσείς έχετε διωχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διωχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διωχτεί
εσύ είχες διωχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διωχτεί
εμείς είχαμε διωχτεί
εσείς είχατε διωχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διωχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διωχτεί
εσύ θα έχεις διωχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διωχτεί
εμείς θα έχουμε διωχτεί
εσείς θα έχετε διωχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διωχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διώχνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διώξου
(εσείς) διωχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διώχνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διώξει

Μετοχή παρακειμένου

διωγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διώξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διωχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.