to be thirsty
Πλήρης κλίση του ρήματος διψάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διψάω / διψώ
εσύ διψάς
αυτός/αυτή/αυτό διψάει / διψά
εμείς διψάμε / διψούμε
εσείς διψάτε
αυτοί/αυτές/αυτά διψάνε / διψάν / διψούν / διψούνε
Παρατατικός
εγώ διψούσα / δίψαγα
εσύ διψούσες / δίψαγες
αυτός/αυτή/αυτό διψούσε / δίψαγε
εμείς διψούσαμε / διψάγαμε
εσείς διψούσατε / διψάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά διψούσαν / διψούσανε / δίψαγαν / διψάγανε
Αόριστος
εγώ δίψασα
εσύ δίψασες
αυτός/αυτή/αυτό δίψασε
εμείς διψάσαμε
εσείς διψάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δίψασαν / διψάσαν / διψάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διψάω / θα διψώ
εσύ θα διψάς
αυτός/αυτή/αυτό θα διψάει / θα διψά
εμείς θα διψάμε / θα διψούμε
εσείς θα διψάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διψάνε / θα διψάν / θα διψούν / θα διψούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διψάσω
εσύ θα διψάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διψάσει
εμείς θα διψάσουμε
εσείς θα διψάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διψάσουν / θα διψάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διψάσω
εσύ να διψάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διψάσει
εμείς να διψάσουμε
εσείς να διψάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διψάσουν / διψάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διψάσει
εσύ έχεις διψάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διψάσει
εμείς έχουμε διψάσει
εσείς έχετε διψάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διψάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διψάσει
εσύ είχες διψάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διψάσει
εμείς είχαμε διψάσει
εσείς είχατε διψάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διψάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διψάσει
εσύ θα έχεις διψάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διψάσει
εμείς θα έχουμε διψάσει
εσείς θα έχετε διψάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διψάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δίψα / δίψαγε
(εσείς) διψάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δίψασε / δίψα
(εσείς) διψάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διψώντας / έχοντας διψάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διψασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διψάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.