to hesitate, waver, pause
Πλήρης κλίση του ρήματος διστάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διστάζω
εσύ διστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό διστάζει
εμείς διστάζουμε
εσείς διστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διστάζουν / διστάζουνε
Παρατατικός
εγώ δίσταζα
εσύ δίσταζες
αυτός/αυτή/αυτό δίσταζε
εμείς διστάζαμε
εσείς διστάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δίσταζαν / διστάζαν / διστάζανε
Αόριστος
εγώ δίστασα
εσύ δίστασες
αυτός/αυτή/αυτό δίστασε
εμείς διστάσαμε
εσείς διστάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δίστασαν / διστάσαν / διστάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διστάζω
εσύ θα διστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διστάζει
εμείς θα διστάζουμε
εσείς θα διστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διστάζουν / θα διστάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διστάσω
εσύ θα διστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διστάσει
εμείς θα διστάσουμε
εσείς θα διστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διστάσουν / θα διστάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διστάσω
εσύ να διστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διστάσει
εμείς να διστάσουμε
εσείς να διστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διστάσουν / διστάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διστάσει
εσύ έχεις διστάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διστάσει
εμείς έχουμε διστάσει
εσείς έχετε διστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διστάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διστάσει
εσύ είχες διστάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διστάσει
εμείς είχαμε διστάσει
εσείς είχατε διστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διστάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διστάσει
εσύ θα έχεις διστάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διστάσει
εμείς θα έχουμε διστάσει
εσείς θα έχετε διστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διστάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δίσταζε
(εσείς) διστάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δίστασε
(εσείς) διστάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διστάζοντας / έχοντας διστάσει
Απαρέμφατο
διστάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.