Κλίση του ρήματος διπλασιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διπλασιάζω
to double
Πλήρης κλίση του ρήματος διπλασιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διπλασιάζω
εσύ διπλασιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό διπλασιάζει
εμείς διπλασιάζουμε
εσείς διπλασιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασιάζουν / διπλασιάζουνε

Παρατατικός

εγώ διπλασίαζα
εσύ διπλασίαζες
αυτός/αυτή/αυτό διπλασίαζε
εμείς διπλασιάζαμε
εσείς διπλασιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασίαζαν / διπλασιάζαν / διπλασιάζανε

Αόριστος

εγώ διπλασίασα
εσύ διπλασίασες
αυτός/αυτή/αυτό διπλασίασε
εμείς διπλασιάσαμε
εσείς διπλασιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασίασαν / διπλασιάσαν / διπλασιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διπλασιάζω
εσύ θα διπλασιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διπλασιάζει
εμείς θα διπλασιάζουμε
εσείς θα διπλασιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διπλασιάζουν / θα διπλασιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διπλασιάσω
εσύ θα διπλασιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διπλασιάσει
εμείς θα διπλασιάσουμε
εσείς θα διπλασιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διπλασιάσουν / θα διπλασιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διπλασιάσω
εσύ να διπλασιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διπλασιάσει
εμείς να διπλασιάσουμε
εσείς να διπλασιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διπλασιάσουν / διπλασιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διπλασιάσει
εσύ έχεις διπλασιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διπλασιάσει
εμείς έχουμε διπλασιάσει
εσείς έχετε διπλασιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διπλασιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διπλασιάσει
εσύ είχες διπλασιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διπλασιάσει
εμείς είχαμε διπλασιάσει
εσείς είχατε διπλασιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διπλασιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διπλασιάσει
εσύ θα έχεις διπλασιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διπλασιάσει
εμείς θα έχουμε διπλασιάσει
εσείς θα έχετε διπλασιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διπλασιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διπλασίαζε
(εσείς) διπλασιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διπλασίασε
(εσείς) διπλασιάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διπλασιάζομαι
εσύ διπλασιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διπλασιάζεται
εμείς διπλασιαζόμαστε
εσείς διπλασιάζεστε / διπλασιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασιάζονται

Παρατατικός

εγώ διπλασιαζόμουν / διπλασιαζόμουνα
εσύ διπλασιαζόσουν / διπλασιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διπλασιαζόταν / διπλασιαζότανε
εμείς διπλασιαζόμασταν / διπλασιαζόμαστε
εσείς διπλασιαζόσασταν / διπλασιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασιάζονταν / διπλασιαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ διπλασιάστηκα
εσύ διπλασιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διπλασιάστηκε
εμείς διπλασιαστήκαμε
εσείς διπλασιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διπλασιάστηκαν / διπλασιαστήκαν / διπλασιαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διπλασιάζομαι
εσύ θα διπλασιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διπλασιάζεται
εμείς θα διπλασιαζόμαστε
εσείς θα διπλασιάζεστε / θα διπλασιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διπλασιάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διπλασιαστώ
εσύ θα διπλασιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διπλασιαστεί
εμείς θα διπλασιαστούμε
εσείς θα διπλασιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διπλασιαστούν / θα διπλασιαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διπλασιαστώ
εσύ να διπλασιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διπλασιαστεί
εμείς να διπλασιαστούμε
εσείς να διπλασιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διπλασιαστούν / διπλασιαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διπλασιαστεί
εσύ έχεις διπλασιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διπλασιαστεί
εμείς έχουμε διπλασιαστεί
εσείς έχετε διπλασιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διπλασιαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διπλασιαστεί
εσύ είχες διπλασιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διπλασιαστεί
εμείς είχαμε διπλασιαστεί
εσείς είχατε διπλασιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διπλασιαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διπλασιαστεί
εσύ θα έχεις διπλασιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διπλασιαστεί
εμείς θα έχουμε διπλασιαστεί
εσείς θα έχετε διπλασιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διπλασιαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διπλασιάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διπλασιάσου
(εσείς) διπλασιαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διπλασιάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διπλασιάσει

Μετοχή παρακειμένου

διπλασιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διπλασιάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διπλασιαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.