to channel, pipe, conduct, convey, direct the flow
Πλήρης κλίση του ρήματος διοχετεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διοχετεύω
εσύ διοχετεύεις
αυτός/αυτή/αυτό διοχετεύει
εμείς διοχετεύουμε
εσείς διοχετεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχετεύουν / διοχετεύουνε
Παρατατικός
εγώ διοχέτευα
εσύ διοχέτευες
αυτός/αυτή/αυτό διοχέτευε
εμείς διοχετεύαμε
εσείς διοχετεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχέτευαν / διοχετεύαν / διοχετεύανε
Αόριστος
εγώ διοχέτευσα
εσύ διοχέτευσες
αυτός/αυτή/αυτό διοχέτευσε
εμείς διοχετεύσαμε
εσείς διοχετεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχέτευσαν / διοχετεύσαν / διοχετεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διοχετεύω
εσύ θα διοχετεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διοχετεύει
εμείς θα διοχετεύουμε
εσείς θα διοχετεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοχετεύουν / θα διοχετεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διοχετεύσω
εσύ θα διοχετεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διοχετεύσει
εμείς θα διοχετεύσουμε
εσείς θα διοχετεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοχετεύσουν / θα διοχετεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διοχετεύσω
εσύ να διοχετεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διοχετεύσει
εμείς να διοχετεύσουμε
εσείς να διοχετεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διοχετεύσουν / διοχετεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διοχετεύσει
εσύ έχεις διοχετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διοχετεύσει
εμείς έχουμε διοχετεύσει
εσείς έχετε διοχετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διοχετεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διοχετεύσει
εσύ είχες διοχετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διοχετεύσει
εμείς είχαμε διοχετεύσει
εσείς είχατε διοχετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διοχετεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διοχετεύσει
εσύ θα έχεις διοχετεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διοχετεύσει
εμείς θα έχουμε διοχετεύσει
εσείς θα έχετε διοχετεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διοχετεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διοχέτευε
(εσείς) διοχετεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διοχέτευσε
(εσείς) διοχετεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διοχετεύομαι
εσύ διοχετεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διοχετεύεται
εμείς διοχετευόμαστε
εσείς διοχετεύεστε / διοχετευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχετεύονται
Παρατατικός
εγώ διοχετευόμουν / διοχετευόμουνα
εσύ διοχετευόσουν / διοχετευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διοχετευόταν / διοχετευότανε
εμείς διοχετευόμασταν / διοχετευόμαστε
εσείς διοχετευόσασταν / διοχετευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχετεύονταν / διοχετευόντουσαν
Αόριστος
εγώ διοχετεύτηκα / διοχετεύθηκα
εσύ διοχετεύτηκες / διοχετεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διοχετεύτηκε / διοχετεύθηκε
εμείς διοχετευτήκαμε / διοχετευθήκαμε
εσείς διοχετευτήκατε / διοχετευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοχετεύτηκαν / διοχετευτήκαν / διοχετευτήκανε / διοχετεύθηκαν / διοχετευθήκαν / διοχετευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διοχετεύομαι
εσύ θα διοχετεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διοχετεύεται
εμείς θα διοχετευόμαστε
εσείς θα διοχετεύεστε / θα διοχετευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοχετεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διοχετευτώ / θα διοχετευθώ
εσύ θα διοχετευτείς / θα διοχετευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διοχετευτεί / θα διοχετευθεί
εμείς θα διοχετευτούμε / θα διοχετευθούμε
εσείς θα διοχετευτείτε / θα διοχετευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοχετευτούν / θα διοχετευτούνε / θα διοχετευθούν / θα διοχετευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διοχετευτώ / διοχετευθώ
εσύ να διοχετευτείς / διοχετευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διοχετευτεί / διοχετευθεί
εμείς να διοχετευτούμε / διοχετευθούμε
εσείς να διοχετευτείτε / διοχετευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διοχετευτούν / διοχετευτούνε / διοχετευθούν / διοχετευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσύ έχεις διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διοχετευτεί / διοχετευθεί
εμείς έχουμε διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσείς έχετε διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διοχετευτεί / διοχετευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσύ είχες διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διοχετευτεί / διοχετευθεί
εμείς είχαμε διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσείς είχατε διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διοχετευτεί / διοχετευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσύ θα έχεις διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διοχετευτεί / διοχετευθεί
εμείς θα έχουμε διοχετευτεί / διοχετευθεί
εσείς θα έχετε διοχετευτεί / διοχετευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διοχετευτεί / διοχετευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διοχετεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διοχετεύσου
(εσείς) διοχετευτείτε / διοχετευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διοχετεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διοχετεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διοχετευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
διοχετευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διοχετεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διοχετευτεί / διοχετευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.