to organise (UK), organize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος διοργανώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διοργανώνω
εσύ διοργανώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διοργανώνει
εμείς διοργανώνουμε
εσείς διοργανώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργανώνουν / διοργανώνουνε
Παρατατικός
εγώ διοργάνωνα
εσύ διοργάνωνες
αυτός/αυτή/αυτό διοργάνωνε
εμείς διοργανώναμε
εσείς διοργανώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργάνωναν / διοργανώναν / διοργανώνανε
Αόριστος
εγώ διοργάνωσα
εσύ διοργάνωσες
αυτός/αυτή/αυτό διοργάνωσε
εμείς διοργανώσαμε
εσείς διοργανώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργάνωσαν / διοργανώσαν / διοργανώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διοργανώνω
εσύ θα διοργανώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διοργανώνει
εμείς θα διοργανώνουμε
εσείς θα διοργανώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοργανώνουν / θα διοργανώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διοργανώσω
εσύ θα διοργανώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διοργανώσει
εμείς θα διοργανώσουμε
εσείς θα διοργανώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοργανώσουν / θα διοργανώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διοργανώσω
εσύ να διοργανώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διοργανώσει
εμείς να διοργανώσουμε
εσείς να διοργανώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διοργανώσουν / διοργανώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διοργανώσει
εσύ έχεις διοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διοργανώσει
εμείς έχουμε διοργανώσει
εσείς έχετε διοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διοργανώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διοργανώσει
εσύ είχες διοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διοργανώσει
εμείς είχαμε διοργανώσει
εσείς είχατε διοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διοργανώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διοργανώσει
εσύ θα έχεις διοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διοργανώσει
εμείς θα έχουμε διοργανώσει
εσείς θα έχετε διοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διοργανώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διοργάνωνε
(εσείς) διοργανώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διοργάνωσε
(εσείς) διοργανώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διοργανώνομαι
εσύ διοργανώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διοργανώνεται
εμείς διοργανωνόμαστε
εσείς διοργανώνεστε / διοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργανώνονται
Παρατατικός
εγώ διοργανωνόμουν / διοργανωνόμουνα
εσύ διοργανωνόσουν / διοργανωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διοργανωνόταν / διοργανωνότανε
εμείς διοργανωνόμασταν / διοργανωνόμαστε
εσείς διοργανωνόσασταν / διοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργανώνονταν / διοργανωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ διοργανώθηκα
εσύ διοργανώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διοργανώθηκε
εμείς διοργανωθήκαμε
εσείς διοργανωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διοργανώθηκαν / διοργανωθήκαν / διοργανωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διοργανώνομαι
εσύ θα διοργανώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διοργανώνεται
εμείς θα διοργανωνόμαστε
εσείς θα διοργανώνεστε / θα διοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοργανώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διοργανωθώ
εσύ θα διοργανωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διοργανωθεί
εμείς θα διοργανωθούμε
εσείς θα διοργανωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διοργανωθούν / θα διοργανωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διοργανωθώ
εσύ να διοργανωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διοργανωθεί
εμείς να διοργανωθούμε
εσείς να διοργανωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διοργανωθούν / διοργανωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διοργανωθεί
εσύ έχεις διοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διοργανωθεί
εμείς έχουμε διοργανωθεί
εσείς έχετε διοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διοργανωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διοργανωθεί
εσύ είχες διοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διοργανωθεί
εμείς είχαμε διοργανωθεί
εσείς είχατε διοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διοργανωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διοργανωθεί
εσύ θα έχεις διοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διοργανωθεί
εμείς θα έχουμε διοργανωθεί
εσείς θα έχετε διοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διοργανωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διοργανώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διοργανώσου
(εσείς) διοργανωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διοργανώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διοργανώσει
Μετοχή παρακειμένου
διοργανωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διοργανώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διοργανωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.