Κλίση του ρήματος δικαιολογώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δικαιολογώ
to justify (to provide an acceptable explanation for)
Πλήρης κλίση του ρήματος δικαιολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δικαιολογώ
εσύ δικαιολογείς
αυτός/αυτή/αυτό δικαιολογεί
εμείς δικαιολογούμε
εσείς δικαιολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολογούν / δικαιολογούνε

Παρατατικός

εγώ δικαιολογούσα
εσύ δικαιολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό δικαιολογούσε
εμείς δικαιολογούσαμε
εσείς δικαιολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολογούσαν / δικαιολογούσανε

Αόριστος

εγώ δικαιολόγησα
εσύ δικαιολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό δικαιολόγησε
εμείς δικαιολογήσαμε
εσείς δικαιολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολόγησαν / δικαιολογήσαν / δικαιολογήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δικαιολογώ
εσύ θα δικαιολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δικαιολογεί
εμείς θα δικαιολογούμε
εσείς θα δικαιολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δικαιολογούν / θα δικαιολογούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δικαιολογήσω
εσύ θα δικαιολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δικαιολογήσει
εμείς θα δικαιολογήσουμε
εσείς θα δικαιολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δικαιολογήσουν / θα δικαιολογήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δικαιολογήσω
εσύ να δικαιολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δικαιολογήσει
εμείς να δικαιολογήσουμε
εσείς να δικαιολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δικαιολογήσουν / δικαιολογήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δικαιολογήσει
εσύ έχεις δικαιολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δικαιολογήσει
εμείς έχουμε δικαιολογήσει
εσείς έχετε δικαιολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δικαιολογήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δικαιολογήσει
εσύ είχες δικαιολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δικαιολογήσει
εμείς είχαμε δικαιολογήσει
εσείς είχατε δικαιολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δικαιολογήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δικαιολογήσει
εσύ θα έχεις δικαιολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δικαιολογήσει
εμείς θα έχουμε δικαιολογήσει
εσείς θα έχετε δικαιολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δικαιολογήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δικαιολογείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δικαιολόγησε
(εσείς) δικαιολογήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δικαιολογούμαι
εσύ δικαιολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δικαιολογείται
εμείς δικαιολογούμαστε
εσείς δικαιολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολογούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό δικαιολογούνταν / δικαιολογείτο
εμείς δικαιολογούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολογούνταν / δικαιολογούντο

Αόριστος

εγώ δικαιολογήθηκα
εσύ δικαιολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δικαιολογήθηκε
εμείς δικαιολογηθήκαμε
εσείς δικαιολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δικαιολογήθηκαν / δικαιολογηθήκαν / δικαιολογηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δικαιολογούμαι
εσύ θα δικαιολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δικαιολογείται
εμείς θα δικαιολογούμαστε
εσείς θα δικαιολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δικαιολογούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δικαιολογηθώ
εσύ θα δικαιολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δικαιολογηθεί
εμείς θα δικαιολογηθούμε
εσείς θα δικαιολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δικαιολογηθούν / θα δικαιολογηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δικαιολογηθώ
εσύ να δικαιολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δικαιολογηθεί
εμείς να δικαιολογηθούμε
εσείς να δικαιολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δικαιολογηθούν / δικαιολογηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δικαιολογηθεί
εσύ έχεις δικαιολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δικαιολογηθεί
εμείς έχουμε δικαιολογηθεί
εσείς έχετε δικαιολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δικαιολογηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δικαιολογηθεί
εσύ είχες δικαιολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δικαιολογηθεί
εμείς είχαμε δικαιολογηθεί
εσείς είχατε δικαιολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δικαιολογηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δικαιολογηθεί
εσύ θα έχεις δικαιολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δικαιολογηθεί
εμείς θα έχουμε δικαιολογηθεί
εσείς θα έχετε δικαιολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δικαιολογηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δικαιολογείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δικαιολογήσου
(εσείς) δικαιολογηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δικαιολογώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δικαιολογήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δικαιολογούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δικαιολογημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δικαιολογήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δικαιολογηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.