Κλίση του ρήματος διηγούμαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διηγούμαι
to narrate, relate
Πλήρης κλίση του ρήματος διηγούμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διηγούμαι
εσύ διηγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό διηγείται
εμείς διηγούμαστε / διηγόμαστε
εσείς διηγείστε / διηγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διηγούνται

Παρατατικός

εγώ διηγούμουν / διηγούμουνα / διηγόμουν / διηγόμουνα
εσύ διηγόσουν / διηγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διηγούνταν / διηγόταν / διηγότανε / διηγείτο
εμείς διηγούμασταν / ‑ούμαστε / διηγόμασταν / ‑όμαστε
εσείς διηγόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διηγούνταν / διηγόνταν / διηγόντανε / διηγόντουσαν / διηγούντο

Αόριστος

εγώ διηγήθηκα
εσύ διηγήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διηγήθηκε
εμείς διηγηθήκαμε
εσείς διηγηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διηγήθηκαν / διηγηθήκαν / διηγηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διηγούμαι
εσύ θα διηγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διηγείται
εμείς θα διηγούμαστε / θα διηγόμαστε
εσείς θα διηγείστε / θα διηγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διηγούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διηγηθώ
εσύ θα διηγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διηγηθεί
εμείς θα διηγηθούμε
εσείς θα διηγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διηγηθούν / θα διηγηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διηγηθώ
εσύ να διηγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διηγηθεί
εμείς να διηγηθούμε
εσείς να διηγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διηγηθούν / διηγηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διηγηθεί
εσύ έχεις διηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διηγηθεί
εμείς έχουμε διηγηθεί
εσείς έχετε διηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διηγηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διηγηθεί
εσύ είχες διηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διηγηθεί
εμείς είχαμε διηγηθεί
εσείς είχατε διηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διηγηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διηγηθεί
εσύ θα έχεις διηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διηγηθεί
εμείς θα έχουμε διηγηθεί
εσείς θα έχετε διηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διηγηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διηγείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διηγήσου
(εσείς) διηγηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

διηγούμενος, -η, -ο / διηγημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

διηγηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.