to facilitate, to make easier
Πλήρης κλίση του ρήματος διευκολύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διευκολύνω
εσύ διευκολύνεις
αυτός/αυτή/αυτό διευκολύνει
εμείς διευκολύνουμε
εσείς διευκολύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκολύνουν / διευκολύνουνε
Παρατατικός
εγώ διευκόλυνα
εσύ διευκόλυνες
αυτός/αυτή/αυτό διευκόλυνε
εμείς διευκολύναμε
εσείς διευκολύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκόλυναν / διευκολύναν / διευκολύνανε
Αόριστος
εγώ διευκόλυνα
εσύ διευκόλυνες
αυτός/αυτή/αυτό διευκόλυνε
εμείς διευκολύναμε
εσείς διευκολύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκόλυναν / διευκολύναν / διευκολύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διευκολύνω
εσύ θα διευκολύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διευκολύνει
εμείς θα διευκολύνουμε
εσείς θα διευκολύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διευκολύνουν / θα διευκολύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διευκολύνω
εσύ θα διευκολύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διευκολύνει
εμείς θα διευκολύνουμε
εσείς θα διευκολύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διευκολύνουν / θα διευκολύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διευκολύνω
εσύ να διευκολύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να διευκολύνει
εμείς να διευκολύνουμε
εσείς να διευκολύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διευκολύνουν / διευκολύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διευκολύνει
εσύ έχεις διευκολύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διευκολύνει
εμείς έχουμε διευκολύνει
εσείς έχετε διευκολύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διευκολύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διευκολύνει
εσύ είχες διευκολύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διευκολύνει
εμείς είχαμε διευκολύνει
εσείς είχατε διευκολύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διευκολύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διευκολύνει
εσύ θα έχεις διευκολύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διευκολύνει
εμείς θα έχουμε διευκολύνει
εσείς θα έχετε διευκολύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διευκολύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διευκόλυνε
(εσείς) διευκολύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διευκόλυνε
(εσείς) διευκολύνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διευκολύνομαι
εσύ διευκολύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διευκολύνεται
εμείς διευκολυνόμαστε
εσείς διευκολύνεστε / διευκολυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκολύνονται
Παρατατικός
εγώ διευκολυνόμουν / διευκολυνόμουνα
εσύ διευκολυνόσουν / διευκολυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διευκολυνόταν / διευκολυνότανε
εμείς διευκολυνόμασταν / διευκολυνόμαστε
εσείς διευκολυνόσασταν / διευκολυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκολύνονταν / διευκολυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ διευκολύνθηκα
εσύ διευκολύνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διευκολύνθηκε
εμείς διευκολυνθήκαμε
εσείς διευκολυνθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διευκολύνθηκαν / διευκολυνθήκαν / διευκολυνθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διευκολύνομαι
εσύ θα διευκολύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διευκολύνεται
εμείς θα διευκολυνόμαστε
εσείς θα διευκολύνεστε / θα διευκολυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διευκολύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διευκολυνθώ
εσύ θα διευκολυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διευκολυνθεί
εμείς θα διευκολυνθούμε
εσείς θα διευκολυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διευκολυνθούν / θα διευκολυνθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διευκολυνθώ
εσύ να διευκολυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διευκολυνθεί
εμείς να διευκολυνθούμε
εσείς να διευκολυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διευκολυνθούν / διευκολυνθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διευκολυνθεί
εσύ έχεις διευκολυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διευκολυνθεί
εμείς έχουμε διευκολυνθεί
εσείς έχετε διευκολυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διευκολυνθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διευκολυνθεί
εσύ είχες διευκολυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διευκολυνθεί
εμείς είχαμε διευκολυνθεί
εσείς είχατε διευκολυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διευκολυνθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διευκολυνθεί
εσύ θα έχεις διευκολυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διευκολυνθεί
εμείς θα έχουμε διευκολυνθεί
εσείς θα έχετε διευκολυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διευκολυνθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διευκολύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διευκολύνσου
(εσείς) διευκολυνθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διευκολύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διευκολύνει
Μετοχή παρακειμένου
διευκολυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διευκολύνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διευκολυνθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.