to carry out, conduct (of talks, diplomatic talks, games)
Πλήρης κλίση του ρήματος διεξάγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διεξάγω
εσύ διεξάγεις
αυτός/αυτή/αυτό διεξάγει
εμείς διεξάγουμε
εσείς διεξάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξάγουν / διεξάγουνε
Παρατατικός
εγώ διεξήγα
εσύ διεξήγες
αυτός/αυτή/αυτό διεξήγε
εμείς διεξήγαμε
εσείς διεξήγατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξήγαν
Αόριστος
εγώ διεξήγαγα
εσύ διεξήγαγες
αυτός/αυτή/αυτό διεξήγαγε
εμείς διεξαγάγαμε
εσείς διεξαγάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξήγαγαν / διεξαγάγαν / διεξαγάγανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διεξάγω
εσύ θα διεξάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διεξάγει
εμείς θα διεξάγουμε
εσείς θα διεξάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεξάγουν / θα διεξάγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεξαγάγω
εσύ θα διεξαγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διεξαγάγει
εμείς θα διεξαγάγουμε
εσείς θα διεξαγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεξαγάγουν / θα διεξαγάγουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διεξαγάγω
εσύ να διεξαγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό να διεξαγάγει
εμείς να διεξαγάγουμε
εσείς να διεξαγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διεξαγάγουν / διεξαγάγουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διεξαγάγει
εσύ έχεις διεξαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διεξαγάγει
εμείς έχουμε διεξαγάγει
εσείς έχετε διεξαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διεξαγάγει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διεξαγάγει
εσύ είχες διεξαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διεξαγάγει
εμείς είχαμε διεξαγάγει
εσείς είχατε διεξαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διεξαγάγει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διεξαγάγει
εσύ θα έχεις διεξαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διεξαγάγει
εμείς θα έχουμε διεξαγάγει
εσείς θα έχετε διεξαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διεξαγάγει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διεξάγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) διεξαγάγετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διεξάγομαι
εσύ διεξάγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διεξάγεται
εμείς διεξαγόμαστε
εσείς διεξάγεστε / διεξάγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξάγονται
Παρατατικός
εγώ διεξαγόμουν / διεξαγόμουνα
εσύ διεξαγόσουν / διεξαγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διεξαγόταν / διεξαγότανε
εμείς διεξαγόμασταν / διεξαγόμαστε
εσείς διεξαγόσασταν / διεξαγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξάγονταν / διεξαγόντουσαν
Αόριστος
εγώ διεξάχθηκα
εσύ διεξάχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διεξάχθηκε / διεξήχθη
εμείς διεξαχθήκαμε
εσείς διεξαχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεξάχθηκαν / διεξαχθήκαν / διεξαχθήκανε / διεξήχθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διεξάγομαι
εσύ θα διεξάγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διεξάγεται
εμείς θα διεξαγόμαστε
εσείς θα διεξάγεστε / θα διεξάγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεξάγονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεξαχθώ
εσύ θα διεξαχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διεξαχθεί
εμείς θα διεξαχθούμε
εσείς θα διεξαχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεξαχθούν / θα διεξαχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διεξαχθώ
εσύ να διεξαχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διεξαχθεί
εμείς να διεξαχθούμε
εσείς να διεξαχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διεξαχθούν / διεξαχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διεξαχθεί
εσύ έχεις διεξαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διεξαχθεί
εμείς έχουμε διεξαχθεί
εσείς έχετε διεξαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διεξαχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διεξαχθεί
εσύ είχες διεξαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διεξαχθεί
εμείς είχαμε διεξαχθεί
εσείς είχατε διεξαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διεξαχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διεξαχθεί
εσύ θα έχεις διεξαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διεξαχθεί
εμείς θα έχουμε διεξαχθεί
εσείς θα έχετε διεξαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διεξαχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διεξάγεστε / διεξάγεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) διεξαχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διεξάγοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διεξαγάγει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διεξαγόμενος, -η, -o
Απαρέμφατο
διεξαγάγει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διεξαχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.