Κλίση του ρήματος διενεργώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διενεργώ
to carry out, to conduct
Πλήρης κλίση του ρήματος διενεργώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διενεργώ
εσύ διενεργείς
αυτός/αυτή/αυτό διενεργεί
εμείς διενεργούμε
εσείς διενεργείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διενεργούν / διενεργούνε

Παρατατικός

εγώ διενεργούσα
εσύ διενεργούσες
αυτός/αυτή/αυτό διενεργούσε
εμείς διενεργούσαμε
εσείς διενεργούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διενεργούσαν / διενεργούσανε

Αόριστος

εγώ διενέργησα / διενήργησα
εσύ διενέργησες / διενήργησες
αυτός/αυτή/αυτό διενέργησε / διενήργησε
εμείς διενεργήσαμε
εσείς διενεργήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διενέργησαν / διενεργήσαν / διενεργήσανε / διενήργησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διενεργώ
εσύ θα διενεργείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διενεργεί
εμείς θα διενεργούμε
εσείς θα διενεργείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διενεργούν / θα διενεργούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διενεργήσω
εσύ θα διενεργήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διενεργήσει
εμείς θα διενεργήσουμε
εσείς θα διενεργήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διενεργήσουν / θα διενεργήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διενεργήσω
εσύ να διενεργήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διενεργήσει
εμείς να διενεργήσουμε
εσείς να διενεργήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διενεργήσουν / διενεργήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διενεργήσει
εσύ έχεις διενεργήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διενεργήσει
εμείς έχουμε διενεργήσει
εσείς έχετε διενεργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διενεργήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διενεργήσει
εσύ είχες διενεργήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διενεργήσει
εμείς είχαμε διενεργήσει
εσείς είχατε διενεργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διενεργήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διενεργήσει
εσύ θα έχεις διενεργήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διενεργήσει
εμείς θα έχουμε διενεργήσει
εσείς θα έχετε διενεργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διενεργήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διενεργείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διενέργησε
(εσείς) διενεργήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διενεργούμαι
εσύ διενεργείσαι
αυτός/αυτή/αυτό διενεργείται
εμείς διενεργούμαστε
εσείς διενεργείστε
αυτοί/αυτές/αυτά διενεργούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό διενεργούνταν / διενεργείτο
εμείς διενεργούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διενεργούνταν / διενεργούντο

Αόριστος

εγώ διενεργήθηκα
εσύ διενεργήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διενεργήθηκε
εμείς διενεργηθήκαμε
εσείς διενεργηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διενεργήθηκαν / διενεργηθήκαν / διενεργηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διενεργούμαι
εσύ θα διενεργείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διενεργείται
εμείς θα διενεργούμαστε
εσείς θα διενεργείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διενεργούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διενεργηθώ
εσύ θα διενεργηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διενεργηθεί
εμείς θα διενεργηθούμε
εσείς θα διενεργηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διενεργηθούν / θα διενεργηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διενεργηθώ
εσύ να διενεργηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διενεργηθεί
εμείς να διενεργηθούμε
εσείς να διενεργηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διενεργηθούν / διενεργηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διενεργηθεί
εσύ έχεις διενεργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διενεργηθεί
εμείς έχουμε διενεργηθεί
εσείς έχετε διενεργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διενεργηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διενεργηθεί
εσύ είχες διενεργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διενεργηθεί
εμείς είχαμε διενεργηθεί
εσείς είχατε διενεργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διενεργηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διενεργηθεί
εσύ θα έχεις διενεργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διενεργηθεί
εμείς θα έχουμε διενεργηθεί
εσείς θα έχετε διενεργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διενεργηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διενεργείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διενεργήσου
(εσείς) διενεργηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διενεργώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διενεργήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

διενεργούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

διενεργημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διενεργήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διενεργηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.