to claim, to lay claim to, to stake a claim to
Πλήρης κλίση του ρήματος διεκδικώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διεκδικώ
εσύ διεκδικείς
αυτός/αυτή/αυτό διεκδικεί
εμείς διεκδικούμε
εσείς διεκδικείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδικούν / διεκδικούνε
Παρατατικός
εγώ διεκδικούσα
εσύ διεκδικούσες
αυτός/αυτή/αυτό διεκδικούσε
εμείς διεκδικούσαμε
εσείς διεκδικούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδικούσαν / διεκδικούσανε
Αόριστος
εγώ διεκδίκησα
εσύ διεκδίκησες
αυτός/αυτή/αυτό διεκδίκησε
εμείς διεκδικήσαμε
εσείς διεκδικήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδίκησαν / διεκδικήσαν / διεκδικήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διεκδικώ
εσύ θα διεκδικείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διεκδικεί
εμείς θα διεκδικούμε
εσείς θα διεκδικείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεκδικούν / θα διεκδικούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεκδικήσω
εσύ θα διεκδικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διεκδικήσει
εμείς θα διεκδικήσουμε
εσείς θα διεκδικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεκδικήσουν / θα διεκδικήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διεκδικήσω
εσύ να διεκδικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διεκδικήσει
εμείς να διεκδικήσουμε
εσείς να διεκδικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διεκδικήσουν / διεκδικήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διεκδικήσει
εσύ έχεις διεκδικήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διεκδικήσει
εμείς έχουμε διεκδικήσει
εσείς έχετε διεκδικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διεκδικήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διεκδικήσει
εσύ είχες διεκδικήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διεκδικήσει
εμείς είχαμε διεκδικήσει
εσείς είχατε διεκδικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διεκδικήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διεκδικήσει
εσύ θα έχεις διεκδικήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διεκδικήσει
εμείς θα έχουμε διεκδικήσει
εσείς θα έχετε διεκδικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διεκδικήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διεκδικείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διεκδίκησε
(εσείς) διεκδικήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διεκδικούμαι
εσύ διεκδικείσαι
αυτός/αυτή/αυτό διεκδικείται
εμείς διεκδικούμαστε
εσείς διεκδικείστε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδικούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό διεκδικούνταν / διεκδικείτο
εμείς διεκδικούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδικούνταν / διεκδικούντο
Αόριστος
εγώ διεκδικήθηκα
εσύ διεκδικήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διεκδικήθηκε
εμείς διεκδικηθήκαμε
εσείς διεκδικηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεκδικήθηκαν / διεκδικηθήκαν / διεκδικηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διεκδικούμαι
εσύ θα διεκδικείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διεκδικείται
εμείς θα διεκδικούμαστε
εσείς θα διεκδικείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεκδικούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεκδικηθώ
εσύ θα διεκδικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διεκδικηθεί
εμείς θα διεκδικηθούμε
εσείς θα διεκδικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διεκδικηθούν / θα διεκδικηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διεκδικηθώ
εσύ να διεκδικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διεκδικηθεί
εμείς να διεκδικηθούμε
εσείς να διεκδικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διεκδικηθούν / διεκδικηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διεκδικηθεί
εσύ έχεις διεκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διεκδικηθεί
εμείς έχουμε διεκδικηθεί
εσείς έχετε διεκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διεκδικηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διεκδικηθεί
εσύ είχες διεκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διεκδικηθεί
εμείς είχαμε διεκδικηθεί
εσείς είχατε διεκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διεκδικηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διεκδικηθεί
εσύ θα έχεις διεκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διεκδικηθεί
εμείς θα έχουμε διεκδικηθεί
εσείς θα έχετε διεκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διεκδικηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διεκδικείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διεκδικήσου
(εσείς) διεκδικηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διεκδικώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διεκδικήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διεκδικούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
διεκδικημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διεκδικήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διεκδικηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.