to manage, handle (direct or be in charge of)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαχειρίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαχειρίζομαι
εσύ διαχειρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαχειρίζεται
εμείς διαχειριζόμαστε
εσείς διαχειρίζεστε / διαχειριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαχειρίζονται
Παρατατικός
εγώ διαχειριζόμουν / διαχειριζόμουνα
εσύ διαχειριζόσουν / διαχειριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαχειριζόταν / διαχειριζότανε
εμείς διαχειριζόμασταν / διαχειριζόμαστε
εσείς διαχειριζόσασταν / διαχειριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαχειρίζονταν / διαχειριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαχειρίστηκα / διαχειρίσθηκα
εσύ διαχειρίστηκες / διαχειρίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαχειρίστηκε / διαχειρίσθηκε
εμείς διαχειριστήκαμε / διαχειρισθήκαμε
εσείς διαχειριστήκατε / διαχειρισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαχειρίστηκαν / διαχειριστήκαν / διαχειριστήκανε / διαχειρίσθηκαν / διαχειρισθήκαν / διαχειρισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαχειρίζομαι
εσύ θα διαχειρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαχειρίζεται
εμείς θα διαχειριζόμαστε
εσείς θα διαχειρίζεστε / θα διαχειριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαχειρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαχειριστώ / θα διαχειρισθώ
εσύ θα διαχειριστείς / θα διαχειρισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαχειριστεί / θα διαχειρισθεί
εμείς θα διαχειριστούμε / θα διαχειρισθούμε
εσείς θα διαχειριστείτε / θα διαχειρισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαχειριστούν / θα διαχειριστούνε / θα διαχειρισθούν / θα διαχειρισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαχειριστώ / διαχειρισθώ
εσύ να διαχειριστείς / διαχειρισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εμείς να διαχειριστούμε / διαχειρισθούμε
εσείς να διαχειριστείτε / διαχειρισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαχειριστούν / διαχειριστούνε / διαχειρισθούν / διαχειρισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσύ έχεις διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εμείς έχουμε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσείς έχετε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαχειριστεί / διαχειρισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσύ είχες διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εμείς είχαμε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσείς είχατε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαχειριστεί / διαχειρισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσύ θα έχεις διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εμείς θα έχουμε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
εσείς θα έχετε διαχειριστεί / διαχειρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαχειριστεί / διαχειρισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαχειρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαχειρίσου
(εσείς) διαχειριστείτε / διαχειρισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαχειριστεί / διαχειρισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.