to enlighten (to give knowledge or understanding to)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαφωτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφωτίζω
εσύ διαφωτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διαφωτίζει
εμείς διαφωτίζουμε
εσείς διαφωτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωτίζουν / διαφωτίζουνε
Παρατατικός
εγώ διαφώτιζα
εσύ διαφώτιζες
αυτός/αυτή/αυτό διαφώτιζε
εμείς διαφωτίζαμε
εσείς διαφωτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφώτιζαν / διαφωτίζαν / διαφωτίζανε
Αόριστος
εγώ διαφώτισα
εσύ διαφώτισες
αυτός/αυτή/αυτό διαφώτισε
εμείς διαφωτίσαμε
εσείς διαφωτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφώτισαν / διαφωτίσαν / διαφωτίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφωτίζω
εσύ θα διαφωτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωτίζει
εμείς θα διαφωτίζουμε
εσείς θα διαφωτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωτίζουν / θα διαφωτίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφωτίσω
εσύ θα διαφωτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωτίσει
εμείς θα διαφωτίσουμε
εσείς θα διαφωτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωτίσουν / θα διαφωτίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφωτίσω
εσύ να διαφωτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαφωτίσει
εμείς να διαφωτίσουμε
εσείς να διαφωτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφωτίσουν / διαφωτίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφωτίσει
εσύ έχεις διαφωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφωτίσει
εμείς έχουμε διαφωτίσει
εσείς έχετε διαφωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφωτίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφωτίσει
εσύ είχες διαφωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφωτίσει
εμείς είχαμε διαφωτίσει
εσείς είχατε διαφωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφωτίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφωτίσει
εσύ θα έχεις διαφωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφωτίσει
εμείς θα έχουμε διαφωτίσει
εσείς θα έχετε διαφωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφωτίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαφώτιζε
(εσείς) διαφωτίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφώτισε
(εσείς) διαφωτίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφωτίζομαι
εσύ διαφωτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαφωτίζεται
εμείς διαφωτιζόμαστε
εσείς διαφωτίζεστε / διαφωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωτίζονται
Παρατατικός
εγώ διαφωτιζόμουν / διαφωτιζόμουνα
εσύ διαφωτιζόσουν / διαφωτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαφωτιζόταν / διαφωτιζότανε
εμείς διαφωτιζόμασταν / διαφωτιζόμαστε
εσείς διαφωτιζόσασταν / διαφωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωτίζονταν / διαφωτιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαφωτίστηκα
εσύ διαφωτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαφωτίστηκε
εμείς διαφωτιστήκαμε
εσείς διαφωτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωτίστηκαν / διαφωτιστήκαν / διαφωτιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφωτίζομαι
εσύ θα διαφωτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωτίζεται
εμείς θα διαφωτιζόμαστε
εσείς θα διαφωτίζεστε / θα διαφωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωτίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφωτιστώ
εσύ θα διαφωτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωτιστεί
εμείς θα διαφωτιστούμε
εσείς θα διαφωτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωτιστούν / θα διαφωτιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφωτιστώ
εσύ να διαφωτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαφωτιστεί
εμείς να διαφωτιστούμε
εσείς να διαφωτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφωτιστούν / διαφωτιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφωτιστεί
εσύ έχεις διαφωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφωτιστεί
εμείς έχουμε διαφωτιστεί
εσείς έχετε διαφωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφωτιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφωτιστεί
εσύ είχες διαφωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφωτιστεί
εμείς είχαμε διαφωτιστεί
εσείς είχατε διαφωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφωτιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφωτιστεί
εσύ θα έχεις διαφωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφωτιστεί
εμείς θα έχουμε διαφωτιστεί
εσείς θα έχετε διαφωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφωτιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαφωτίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφωτίσου
(εσείς) διαφωτιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαφωτίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαφωτίσει
Μετοχή παρακειμένου
διαφωτισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαφωτίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαφωτιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.