to disagree
Πλήρης κλίση του ρήματος διαφωνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφωνώ
εσύ διαφωνείς
αυτός/αυτή/αυτό διαφωνεί
εμείς διαφωνούμε
εσείς διαφωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωνούν / διαφωνούνε
Παρατατικός
εγώ διαφωνούσα
εσύ διαφωνούσες
αυτός/αυτή/αυτό διαφωνούσε
εμείς διαφωνούσαμε
εσείς διαφωνούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφωνούσαν / διαφωνούσανε
Αόριστος
εγώ διαφώνησα / διεφώνησα
εσύ διαφώνησες / διεφώνησες
αυτός/αυτή/αυτό διαφώνησε / διεφώνησε
εμείς διαφωνήσαμε
εσείς διαφωνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφώνησαν / διαφωνήσαν / διαφωνήσανε / διεφώνησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφωνώ
εσύ θα διαφωνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωνεί
εμείς θα διαφωνούμε
εσείς θα διαφωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωνούν / θα διαφωνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφωνήσω
εσύ θα διαφωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφωνήσει
εμείς θα διαφωνήσουμε
εσείς θα διαφωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφωνήσουν / θα διαφωνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφωνήσω
εσύ να διαφωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαφωνήσει
εμείς να διαφωνήσουμε
εσείς να διαφωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφωνήσουν / διαφωνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφωνήσει
εσύ έχεις διαφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφωνήσει
εμείς έχουμε διαφωνήσει
εσείς έχετε διαφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφωνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφωνήσει
εσύ είχες διαφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφωνήσει
εμείς είχαμε διαφωνήσει
εσείς είχατε διαφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφωνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφωνήσει
εσύ θα έχεις διαφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφωνήσει
εμείς θα έχουμε διαφωνήσει
εσείς θα έχετε διαφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφωνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαφωνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφώνησε
(εσείς) διαφωνήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαφωνώντας / έχοντας διαφωνήσει
Απαρέμφατο
διαφωνήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.