to differentiate (to show or be the difference or distinction between two things)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαφοροποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφοροποιώ
εσύ διαφοροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποιεί
εμείς διαφοροποιούμε
εσείς διαφοροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποιούν / διαφοροποιούνε
Παρατατικός
εγώ διαφοροποιούσα
εσύ διαφοροποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποιούσε
εμείς διαφοροποιούσαμε
εσείς διαφοροποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποιούσαν / διαφοροποιούσανε
Αόριστος
εγώ διαφοροποίησα
εσύ διαφοροποίησες
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποίησε
εμείς διαφοροποιήσαμε
εσείς διαφοροποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποίησαν / διαφοροποιήσαν / διαφοροποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφοροποιώ
εσύ θα διαφοροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφοροποιεί
εμείς θα διαφοροποιούμε
εσείς θα διαφοροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφοροποιούν / θα διαφοροποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφοροποιήσω
εσύ θα διαφοροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφοροποιήσει
εμείς θα διαφοροποιήσουμε
εσείς θα διαφοροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφοροποιήσουν / θα διαφοροποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφοροποιήσω
εσύ να διαφοροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαφοροποιήσει
εμείς να διαφοροποιήσουμε
εσείς να διαφοροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφοροποιήσουν / διαφοροποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφοροποιήσει
εσύ έχεις διαφοροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφοροποιήσει
εμείς έχουμε διαφοροποιήσει
εσείς έχετε διαφοροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφοροποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφοροποιήσει
εσύ είχες διαφοροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφοροποιήσει
εμείς είχαμε διαφοροποιήσει
εσείς είχατε διαφοροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφοροποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφοροποιήσει
εσύ θα έχεις διαφοροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφοροποιήσει
εμείς θα έχουμε διαφοροποιήσει
εσείς θα έχετε διαφοροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφοροποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαφοροποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφοροποίησε
(εσείς) διαφοροποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφοροποιούμαι
εσύ διαφοροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποιείται
εμείς διαφοροποιούμαστε / διαφοροποιόμαστε
εσείς διαφοροποιείστε / διαφοροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποιούνται
Παρατατικός
εγώ διαφοροποιούμουν / διαφοροποιούμουνα / διαφοροποιόμουν / διαφοροποιόμουνα
εσύ διαφοροποιόσουν / διαφοροποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποιούνταν / διαφοροποιόταν / διαφοροποιότανε / διαφοροποιείτο
εμείς διαφοροποιούμασταν / ‑ούμαστε / διαφοροποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς διαφοροποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποιούνταν / διαφοροποιόνταν / διαφοροποιόντανε / διαφοροποιόντουσαν / διαφοροποιούντο
Αόριστος
εγώ διαφοροποιήθηκα
εσύ διαφοροποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαφοροποιήθηκε
εμείς διαφοροποιηθήκαμε
εσείς διαφοροποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφοροποιήθηκαν / διαφοροποιηθήκαν / διαφοροποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφοροποιούμαι
εσύ θα διαφοροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφοροποιείται
εμείς θα διαφοροποιούμαστε / θα διαφοροποιόμαστε
εσείς θα διαφοροποιείστε / θα διαφοροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφοροποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφοροποιηθώ
εσύ θα διαφοροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφοροποιηθεί
εμείς θα διαφοροποιηθούμε
εσείς θα διαφοροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφοροποιηθούν / θα διαφοροποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφοροποιηθώ
εσύ να διαφοροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαφοροποιηθεί
εμείς να διαφοροποιηθούμε
εσείς να διαφοροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφοροποιηθούν / διαφοροποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφοροποιηθεί
εσύ έχεις διαφοροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφοροποιηθεί
εμείς έχουμε διαφοροποιηθεί
εσείς έχετε διαφοροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφοροποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφοροποιηθεί
εσύ είχες διαφοροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφοροποιηθεί
εμείς είχαμε διαφοροποιηθεί
εσείς είχατε διαφοροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφοροποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφοροποιηθεί
εσύ θα έχεις διαφοροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφοροποιηθεί
εμείς θα έχουμε διαφοροποιηθεί
εσείς θα έχετε διαφοροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφοροποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαφοροποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφοροποιήσου
(εσείς) διαφοροποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαφοροποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαφοροποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διαφοροποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
διαφοροποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαφοροποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαφοροποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.