to advertise (UK), advertize (US), to publicise (UK), publicize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαφημίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφημίζω
εσύ διαφημίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διαφημίζει
εμείς διαφημίζουμε
εσείς διαφημίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφημίζουν / διαφημίζουνε
Παρατατικός
εγώ διαφήμιζα
εσύ διαφήμιζες
αυτός/αυτή/αυτό διαφήμιζε
εμείς διαφημίζαμε
εσείς διαφημίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφήμιζαν / διαφημίζαν / διαφημίζανε
Αόριστος
εγώ διαφήμισα
εσύ διαφήμισες
αυτός/αυτή/αυτό διαφήμισε
εμείς διαφημίσαμε
εσείς διαφημίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφήμισαν / διαφημίσαν / διαφημίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφημίζω
εσύ θα διαφημίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφημίζει
εμείς θα διαφημίζουμε
εσείς θα διαφημίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφημίζουν / θα διαφημίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφημίσω
εσύ θα διαφημίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφημίσει
εμείς θα διαφημίσουμε
εσείς θα διαφημίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφημίσουν / θα διαφημίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφημίσω
εσύ να διαφημίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαφημίσει
εμείς να διαφημίσουμε
εσείς να διαφημίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφημίσουν / διαφημίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφημίσει
εσύ έχεις διαφημίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφημίσει
εμείς έχουμε διαφημίσει
εσείς έχετε διαφημίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφημίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφημίσει
εσύ είχες διαφημίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφημίσει
εμείς είχαμε διαφημίσει
εσείς είχατε διαφημίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφημίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφημίσει
εσύ θα έχεις διαφημίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφημίσει
εμείς θα έχουμε διαφημίσει
εσείς θα έχετε διαφημίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφημίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαφήμιζε
(εσείς) διαφημίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφήμισε
(εσείς) διαφημίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαφημίζομαι
εσύ διαφημίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαφημίζεται
εμείς διαφημιζόμαστε
εσείς διαφημίζεστε / διαφημιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφημίζονται
Παρατατικός
εγώ διαφημιζόμουν / διαφημιζόμουνα
εσύ διαφημιζόσουν / διαφημιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαφημιζόταν / διαφημιζότανε
εμείς διαφημιζόμασταν / διαφημιζόμαστε
εσείς διαφημιζόσασταν / διαφημιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφημίζονταν / διαφημιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαφημίστηκα
εσύ διαφημίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαφημίστηκε
εμείς διαφημιστήκαμε
εσείς διαφημιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφημίστηκαν / διαφημιστήκαν / διαφημιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαφημίζομαι
εσύ θα διαφημίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφημίζεται
εμείς θα διαφημιζόμαστε
εσείς θα διαφημίζεστε / θα διαφημιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφημίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαφημιστώ
εσύ θα διαφημιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφημιστεί
εμείς θα διαφημιστούμε
εσείς θα διαφημιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφημιστούν / θα διαφημιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαφημιστώ
εσύ να διαφημιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαφημιστεί
εμείς να διαφημιστούμε
εσείς να διαφημιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφημιστούν / διαφημιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαφημιστεί
εσύ έχεις διαφημιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφημιστεί
εμείς έχουμε διαφημιστεί
εσείς έχετε διαφημιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφημιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαφημιστεί
εσύ είχες διαφημιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφημιστεί
εμείς είχαμε διαφημιστεί
εσείς είχατε διαφημιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφημιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαφημιστεί
εσύ θα έχεις διαφημιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφημιστεί
εμείς θα έχουμε διαφημιστεί
εσείς θα έχετε διαφημιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφημιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαφημίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαφημίσου
(εσείς) διαφημιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαφημίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαφημίσει
Μετοχή παρακειμένου
διαφημισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαφημίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαφημιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.