Κλίση του ρήματος διαφέρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διαφέρω
to differ, be different, vary
Πλήρης κλίση του ρήματος διαφέρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαφέρω
εσύ διαφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό διαφέρει
εμείς διαφέρουμε
εσείς διαφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαφέρουν / διαφέρουνε

Παρατατικός

εγώ διέφερα
εσύ διέφερες
αυτός/αυτή/αυτό διέφερε
εμείς διαφέραμε
εσείς διαφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά διέφεραν / διαφέραν / διαφέρανε

Αόριστος

εγώ διέφερα
εσύ διέφερες
αυτός/αυτή/αυτό διέφερε
εμείς διαφέραμε
εσείς διαφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά διέφεραν / διαφέραν / διαφέρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαφέρω
εσύ θα διαφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφέρει
εμείς θα διαφέρουμε
εσείς θα διαφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφέρουν / θα διαφέρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαφέρω
εσύ θα διαφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαφέρει
εμείς θα διαφέρουμε
εσείς θα διαφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαφέρουν / θα διαφέρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαφέρω
εσύ να διαφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαφέρει
εμείς να διαφέρουμε
εσείς να διαφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαφέρουν / διαφέρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαφέρει
εσύ έχεις διαφέρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαφέρει
εμείς έχουμε διαφέρει
εσείς έχετε διαφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαφέρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαφέρει
εσύ είχες διαφέρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαφέρει
εμείς είχαμε διαφέρει
εσείς είχατε διαφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαφέρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαφέρει
εσύ θα έχεις διαφέρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαφέρει
εμείς θα έχουμε διαφέρει
εσείς θα έχετε διαφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαφέρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διέφερε
(εσείς) διαφέρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διέφερε
(εσείς) διαφέρτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διαφέροντας / έχοντας διαφέρει

Απαρέμφατο

διαφέρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.