to distort, to twist (to give false account of, to misrepresent)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαστρεβλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαστρεβλώνω
εσύ διαστρεβλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διαστρεβλώνει
εμείς διαστρεβλώνουμε
εσείς διαστρεβλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρεβλώνουν / διαστρεβλώνουνε
Παρατατικός
εγώ διαστρέβλωνα
εσύ διαστρέβλωνες
αυτός/αυτή/αυτό διαστρέβλωνε
εμείς διαστρεβλώναμε
εσείς διαστρεβλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρέβλωναν / διαστρεβλώναν / διαστρεβλώνανε
Αόριστος
εγώ διαστρέβλωσα
εσύ διαστρέβλωσες
αυτός/αυτή/αυτό διαστρέβλωσε
εμείς διαστρεβλώσαμε
εσείς διαστρεβλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρέβλωσαν / διαστρεβλώσαν / διαστρεβλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαστρεβλώνω
εσύ θα διαστρεβλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαστρεβλώνει
εμείς θα διαστρεβλώνουμε
εσείς θα διαστρεβλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαστρεβλώνουν / θα διαστρεβλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαστρεβλώσω
εσύ θα διαστρεβλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαστρεβλώσει
εμείς θα διαστρεβλώσουμε
εσείς θα διαστρεβλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαστρεβλώσουν / θα διαστρεβλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαστρεβλώσω
εσύ να διαστρεβλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαστρεβλώσει
εμείς να διαστρεβλώσουμε
εσείς να διαστρεβλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαστρεβλώσουν / διαστρεβλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαστρεβλώσει
εσύ έχεις διαστρεβλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαστρεβλώσει
εμείς έχουμε διαστρεβλώσει
εσείς έχετε διαστρεβλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαστρεβλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαστρεβλώσει
εσύ είχες διαστρεβλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαστρεβλώσει
εμείς είχαμε διαστρεβλώσει
εσείς είχατε διαστρεβλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαστρεβλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαστρεβλώσει
εσύ θα έχεις διαστρεβλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαστρεβλώσει
εμείς θα έχουμε διαστρεβλώσει
εσείς θα έχετε διαστρεβλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαστρεβλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαστρέβλωνε
(εσείς) διαστρεβλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαστρέβλωσε
(εσείς) διαστρεβλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαστρεβλώνομαι
εσύ διαστρεβλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαστρεβλώνεται
εμείς διαστρεβλωνόμαστε
εσείς διαστρεβλώνεστε / διαστρεβλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρεβλώνονται
Παρατατικός
εγώ διαστρεβλωνόμουν / διαστρεβλωνόμουνα
εσύ διαστρεβλωνόσουν / διαστρεβλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαστρεβλωνόταν / διαστρεβλωνότανε
εμείς διαστρεβλωνόμασταν / διαστρεβλωνόμαστε
εσείς διαστρεβλωνόσασταν / διαστρεβλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρεβλώνονταν / διαστρεβλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαστρεβλώθηκα
εσύ διαστρεβλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαστρεβλώθηκε
εμείς διαστρεβλωθήκαμε
εσείς διαστρεβλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαστρεβλώθηκαν / διαστρεβλωθήκαν / διαστρεβλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαστρεβλώνομαι
εσύ θα διαστρεβλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαστρεβλώνεται
εμείς θα διαστρεβλωνόμαστε
εσείς θα διαστρεβλώνεστε / θα διαστρεβλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαστρεβλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαστρεβλωθώ
εσύ θα διαστρεβλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαστρεβλωθεί
εμείς θα διαστρεβλωθούμε
εσείς θα διαστρεβλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαστρεβλωθούν / θα διαστρεβλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαστρεβλωθώ
εσύ να διαστρεβλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαστρεβλωθεί
εμείς να διαστρεβλωθούμε
εσείς να διαστρεβλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαστρεβλωθούν / διαστρεβλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαστρεβλωθεί
εσύ έχεις διαστρεβλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαστρεβλωθεί
εμείς έχουμε διαστρεβλωθεί
εσείς έχετε διαστρεβλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαστρεβλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαστρεβλωθεί
εσύ είχες διαστρεβλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαστρεβλωθεί
εμείς είχαμε διαστρεβλωθεί
εσείς είχατε διαστρεβλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαστρεβλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαστρεβλωθεί
εσύ θα έχεις διαστρεβλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαστρεβλωθεί
εμείς θα έχουμε διαστρεβλωθεί
εσείς θα έχετε διαστρεβλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαστρεβλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαστρεβλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαστρεβλώσου
(εσείς) διαστρεβλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαστρεβλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαστρεβλώσει
Μετοχή παρακειμένου
διαστρεβλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαστρεβλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαστρεβλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.