Κλίση του ρήματος διασταυρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διασταυρώνω
to cross, to place crosswise
Πλήρης κλίση του ρήματος διασταυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διασταυρώνω
εσύ διασταυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διασταυρώνει
εμείς διασταυρώνουμε
εσείς διασταυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταυρώνουν / διασταυρώνουνε

Παρατατικός

εγώ διασταυρώσα
εσύ διασταυρώσες
αυτός/αυτή/αυτό διασταυρώσε
εμείς διασταυρώναμε
εσείς διασταυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταυρώσαν / διασταυρώναν / διασταυρώνανε

Αόριστος

εγώ διασταύρωσα
εσύ διασταύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό διασταύρωσε
εμείς διασταύρωναμε
εσείς διασταύρωνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταύρωσαν / διασταύρωναν / διασταύρωνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διασταυρώνω
εσύ θα διασταυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασταυρώνει
εμείς θα διασταυρώνουμε
εσείς θα διασταυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασταυρώνουν / θα διασταυρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διασταύρωνω
εσύ θα διασταύρωνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασταύρωνει
εμείς θα διασταύρωνουμε
εσείς θα διασταύρωνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασταύρωνουν / θα διασταύρωνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διασταύρωνω
εσύ να διασταύρωνεις
αυτός/αυτή/αυτό να διασταύρωνει
εμείς να διασταύρωνουμε
εσείς να διασταύρωνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασταύρωνουν / διασταύρωνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διασταύρωνει
εσύ έχεις διασταύρωνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασταύρωνει
εμείς έχουμε διασταύρωνει
εσείς έχετε διασταύρωνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασταύρωνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διασταύρωνει
εσύ είχες διασταύρωνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασταύρωνει
εμείς είχαμε διασταύρωνει
εσείς είχατε διασταύρωνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασταύρωνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διασταύρωνει
εσύ θα έχεις διασταύρωνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασταύρωνει
εμείς θα έχουμε διασταύρωνει
εσείς θα έχετε διασταύρωνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασταύρωνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διασταυρώσε
(εσείς) διασταυρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διασταύρωσε
(εσείς) διασταύρωντε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διασταυρώνομαι
εσύ διασταυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διασταυρώνεται
εμείς διασταυρωνόμαστε
εσείς διασταυρώνεστε / διασταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταυρώνονται

Παρατατικός

εγώ διασταυρωνόμουν / διασταυρωνόμουνα
εσύ διασταυρωνόσουν / διασταυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διασταυρωνόταν / διασταυρωνότανε
εμείς διασταυρωνόμασταν / διασταυρωνόμαστε
εσείς διασταυρωνόσασταν / διασταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταυρώνονταν / διασταυρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ διασταυρώθηκα
εσύ διασταυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διασταυρώθηκε
εμείς διασταυρωθήκαμε
εσείς διασταυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασταυρώθηκαν / διασταυρωθήκαν / διασταυρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διασταυρώνομαι
εσύ θα διασταυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διασταυρώνεται
εμείς θα διασταυρωνόμαστε
εσείς θα διασταυρώνεστε / θα διασταυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασταυρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διασταυρωθώ
εσύ θα διασταυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διασταυρωθεί
εμείς θα διασταυρωθούμε
εσείς θα διασταυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασταυρωθούν / θα διασταυρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διασταυρωθώ
εσύ να διασταυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διασταυρωθεί
εμείς να διασταυρωθούμε
εσείς να διασταυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασταυρωθούν / διασταυρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διασταυρωθεί
εσύ έχεις διασταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασταυρωθεί
εμείς έχουμε διασταυρωθεί
εσείς έχετε διασταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασταυρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διασταυρωθεί
εσύ είχες διασταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασταυρωθεί
εμείς είχαμε διασταυρωθεί
εσείς είχατε διασταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασταυρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διασταυρωθεί
εσύ θα έχεις διασταυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασταυρωθεί
εμείς θα έχουμε διασταυρωθεί
εσείς θα έχετε διασταυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασταυρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διασταυρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διασταύρωνου
(εσείς) διασταυρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διασταυρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διασταύρωνει

Μετοχή παρακειμένου

διασταυρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διασταύρωνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διασταυρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.