Κλίση του ρήματος διασκελίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διασκελίζω
to jump, hop
Πλήρης κλίση του ρήματος διασκελίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διασκελίζω
εσύ διασκελίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διασκελίζει
εμείς διασκελίζουμε
εσείς διασκελίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκελίζουν / διασκελίζουνε

Παρατατικός

εγώ διασκέλιζα
εσύ διασκέλιζες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέλιζε
εμείς διασκελίζαμε
εσείς διασκελίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέλιζαν / διασκελίζαν / διασκελίζανε

Αόριστος

εγώ διασκέλισα
εσύ διασκέλισες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέλισε
εμείς διασκελίσαμε
εσείς διασκελίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέλισαν / διασκελίσαν / διασκελίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διασκελίζω
εσύ θα διασκελίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκελίζει
εμείς θα διασκελίζουμε
εσείς θα διασκελίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκελίζουν / θα διασκελίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διασκελίσω
εσύ θα διασκελίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκελίσει
εμείς θα διασκελίσουμε
εσείς θα διασκελίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκελίσουν / θα διασκελίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διασκελίσω
εσύ να διασκελίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διασκελίσει
εμείς να διασκελίσουμε
εσείς να διασκελίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασκελίσουν / διασκελίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διασκελίσει
εσύ έχεις διασκελίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασκελίσει
εμείς έχουμε διασκελίσει
εσείς έχετε διασκελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασκελίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διασκελίσει
εσύ είχες διασκελίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασκελίσει
εμείς είχαμε διασκελίσει
εσείς είχατε διασκελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασκελίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διασκελίσει
εσύ θα έχεις διασκελίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασκελίσει
εμείς θα έχουμε διασκελίσει
εσείς θα έχετε διασκελίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασκελίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διασκέλιζε
(εσείς) διασκελίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διασκέλισε
(εσείς) διασκελίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διασκελίζομαι
εσύ διασκελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διασκελίζεται
εμείς διασκελιζόμαστε
εσείς διασκελίζεστε / διασκελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκελίζονται

Παρατατικός

εγώ διασκελιζόμουν / διασκελιζόμουνα
εσύ διασκελιζόσουν / διασκελιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διασκελιζόταν / διασκελιζότανε
εμείς διασκελιζόμασταν / διασκελιζόμαστε
εσείς διασκελιζόσασταν / διασκελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκελίζονταν / διασκελιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ διασκελίστηκα
εσύ διασκελίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διασκελίστηκε
εμείς διασκελιστήκαμε
εσείς διασκελιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκελίστηκαν / διασκελιστήκαν / διασκελιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διασκελίζομαι
εσύ θα διασκελίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκελίζεται
εμείς θα διασκελιζόμαστε
εσείς θα διασκελίζεστε / θα διασκελιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκελίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διασκελιστώ
εσύ θα διασκελιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκελιστεί
εμείς θα διασκελιστούμε
εσείς θα διασκελιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκελιστούν / θα διασκελιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διασκελιστώ
εσύ να διασκελιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διασκελιστεί
εμείς να διασκελιστούμε
εσείς να διασκελιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασκελιστούν / διασκελιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διασκελιστεί
εσύ έχεις διασκελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασκελιστεί
εμείς έχουμε διασκελιστεί
εσείς έχετε διασκελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασκελιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διασκελιστεί
εσύ είχες διασκελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασκελιστεί
εμείς είχαμε διασκελιστεί
εσείς είχατε διασκελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασκελιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διασκελιστεί
εσύ θα έχεις διασκελιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασκελιστεί
εμείς θα έχουμε διασκελιστεί
εσείς θα έχετε διασκελιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασκελιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διασκελίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διασκελίσου
(εσείς) διασκελιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διασκελίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διασκελίσει

Μετοχή παρακειμένου

διασκελισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διασκελίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διασκελιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.