2 διαφορετικά ρήματα « διασκεδάζω »:
διασκεδάζω — to have fun, have fun with · διασκεδάζω — to disperse (usually of suspicions, nega
to have fun, have fun with
Πλήρης κλίση του ρήματος διασκεδάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διασκεδάζω
εσύ διασκεδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό διασκεδάζει
εμείς διασκεδάζουμε
εσείς διασκεδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκεδάζουν / διασκεδάζουνε
Παρατατικός
εγώ διασκέδαζα
εσύ διασκέδαζες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέδαζε
εμείς διασκεδάζαμε
εσείς διασκεδάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέδαζαν / διασκεδάζαν / διασκεδάζανε
Αόριστος
εγώ διασκέδασα
εσύ διασκέδασες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέδασε
εμείς διασκεδάσαμε
εσείς διασκεδάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέδασαν / διασκεδάσαν / διασκεδάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διασκεδάζω
εσύ θα διασκεδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδάζει
εμείς θα διασκεδάζουμε
εσείς θα διασκεδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδάζουν / θα διασκεδάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασκεδάσω
εσύ θα διασκεδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδάσει
εμείς θα διασκεδάσουμε
εσείς θα διασκεδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδάσουν / θα διασκεδάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διασκεδάσω
εσύ να διασκεδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διασκεδάσει
εμείς να διασκεδάσουμε
εσείς να διασκεδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασκεδάσουν / διασκεδάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διασκεδάσει
εσύ έχεις διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασκεδάσει
εμείς έχουμε διασκεδάσει
εσείς έχετε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασκεδάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διασκεδάσει
εσύ είχες διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασκεδάσει
εμείς είχαμε διασκεδάσει
εσείς είχατε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασκεδάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διασκεδάσει
εσύ θα έχεις διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασκεδάσει
εμείς θα έχουμε διασκεδάσει
εσείς θα έχετε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασκεδάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διασκέδαζε
(εσείς) διασκεδάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διασκέδασε
(εσείς) διασκεδάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διασκεδάζοντας / έχοντας διασκεδάσει
Απαρέμφατο
διασκεδάσει
to disperse (usually of suspicions, negative feelings)
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διασκεδάζω
εσύ διασκεδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό διασκεδάζει
εμείς διασκεδάζουμε
εσείς διασκεδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκεδάζουν / διασκεδάζουνε
Παρατατικός
εγώ διασκέδαζα
εσύ διασκέδαζες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέδαζε
εμείς διασκεδάζαμε
εσείς διασκεδάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέδαζαν / διασκεδάζαν / διασκεδάζανε
Αόριστος
εγώ διασκέδασα
εσύ διασκέδασες
αυτός/αυτή/αυτό διασκέδασε
εμείς διασκεδάσαμε
εσείς διασκεδάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκέδασαν / διασκεδάσαν / διασκεδάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διασκεδάζω
εσύ θα διασκεδάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδάζει
εμείς θα διασκεδάζουμε
εσείς θα διασκεδάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδάζουν / θα διασκεδάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασκεδάσω
εσύ θα διασκεδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδάσει
εμείς θα διασκεδάσουμε
εσείς θα διασκεδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδάσουν / θα διασκεδάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διασκεδάσω
εσύ να διασκεδάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διασκεδάσει
εμείς να διασκεδάσουμε
εσείς να διασκεδάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασκεδάσουν / διασκεδάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διασκεδάσει
εσύ έχεις διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασκεδάσει
εμείς έχουμε διασκεδάσει
εσείς έχετε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασκεδάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διασκεδάσει
εσύ είχες διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασκεδάσει
εμείς είχαμε διασκεδάσει
εσείς είχατε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασκεδάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διασκεδάσει
εσύ θα έχεις διασκεδάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασκεδάσει
εμείς θα έχουμε διασκεδάσει
εσείς θα έχετε διασκεδάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασκεδάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διασκέδαζε
(εσείς) διασκεδάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διασκέδασε
(εσείς) διασκεδάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διασκεδάζομαι
εσύ διασκεδάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διασκεδάζεται
εμείς διασκεδαζόμαστε
εσείς διασκεδάζεστε / διασκεδαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκεδάζονται
Παρατατικός
εγώ διασκεδαζόμουν / διασκεδαζόμουνα
εσύ διασκεδαζόσουν / διασκεδαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διασκεδαζόταν / διασκεδαζότανε
εμείς διασκεδαζόμασταν / διασκεδαζόμαστε
εσείς διασκεδαζόσασταν / διασκεδαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκεδάζονταν / διασκεδαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διασκεδάστηκα
εσύ διασκεδάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διασκεδάστηκε
εμείς διασκεδαστήκαμε
εσείς διασκεδαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διασκεδάστηκαν / διασκεδαστήκαν / διασκεδαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διασκεδάζομαι
εσύ θα διασκεδάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδάζεται
εμείς θα διασκεδαζόμαστε
εσείς θα διασκεδάζεστε / θα διασκεδαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασκεδαστώ
εσύ θα διασκεδαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διασκεδαστεί
εμείς θα διασκεδαστούμε
εσείς θα διασκεδαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διασκεδαστούν / θα διασκεδαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διασκεδαστώ
εσύ να διασκεδαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διασκεδαστεί
εμείς να διασκεδαστούμε
εσείς να διασκεδαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διασκεδαστούν / διασκεδαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διασκεδαστεί
εσύ έχεις διασκεδαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διασκεδαστεί
εμείς έχουμε διασκεδαστεί
εσείς έχετε διασκεδαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διασκεδαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διασκεδαστεί
εσύ είχες διασκεδαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διασκεδαστεί
εμείς είχαμε διασκεδαστεί
εσείς είχατε διασκεδαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διασκεδαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διασκεδαστεί
εσύ θα έχεις διασκεδαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διασκεδαστεί
εμείς θα έχουμε διασκεδαστεί
εσείς θα έχετε διασκεδαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διασκεδαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διασκεδάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διασκεδάσου
(εσείς) διασκεδαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διασκεδάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διασκεδάσει
Απαρέμφατο
διασκεδάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διασκεδαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.