to arrange, to lay out (:items within a space or the space itself)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαρρυθμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαρρυθμίζω
εσύ διαρρυθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διαρρυθμίζει
εμείς διαρρυθμίζουμε
εσείς διαρρυθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρυθμίζουν / διαρρυθμίζουνε
Παρατατικός
εγώ διαρρύθμιζα
εσύ διαρρύθμιζες
αυτός/αυτή/αυτό διαρρύθμιζε
εμείς διαρρυθμίζαμε
εσείς διαρρυθμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρύθμιζαν / διαρρυθμίζαν / διαρρυθμίζανε
Αόριστος
εγώ διαρρύθμισα
εσύ διαρρύθμισες
αυτός/αυτή/αυτό διαρρύθμισε
εμείς διαρρυθμίσαμε
εσείς διαρρυθμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρύθμισαν / διαρρυθμίσαν / διαρρυθμίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαρρυθμίζω
εσύ θα διαρρυθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρυθμίζει
εμείς θα διαρρυθμίζουμε
εσείς θα διαρρυθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρρυθμίζουν / θα διαρρυθμίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρρυθμίσω
εσύ θα διαρρυθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρυθμίσει
εμείς θα διαρρυθμίσουμε
εσείς θα διαρρυθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρρυθμίσουν / θα διαρρυθμίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαρρυθμίσω
εσύ να διαρρυθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαρρυθμίσει
εμείς να διαρρυθμίσουμε
εσείς να διαρρυθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαρρυθμίσουν / διαρρυθμίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαρρυθμίσει
εσύ έχεις διαρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαρρυθμίσει
εμείς έχουμε διαρρυθμίσει
εσείς έχετε διαρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαρρυθμίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαρρυθμίσει
εσύ είχες διαρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαρρυθμίσει
εμείς είχαμε διαρρυθμίσει
εσείς είχατε διαρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαρρυθμίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαρρυθμίσει
εσύ θα έχεις διαρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαρρυθμίσει
εμείς θα έχουμε διαρρυθμίσει
εσείς θα έχετε διαρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαρρυθμίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαρρύθμιζε
(εσείς) διαρρυθμίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαρρύθμισε
(εσείς) διαρρυθμίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαρρυθμίζομαι
εσύ διαρρυθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαρρυθμίζεται
εμείς διαρρυθμιζόμαστε
εσείς διαρρυθμίζεστε / διαρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρυθμίζονται
Παρατατικός
εγώ διαρρυθμιζόμουν / διαρρυθμιζόμουνα
εσύ διαρρυθμιζόσουν / διαρρυθμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαρρυθμιζόταν / διαρρυθμιζότανε
εμείς διαρρυθμιζόμασταν / διαρρυθμιζόμαστε
εσείς διαρρυθμιζόσασταν / διαρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρυθμίζονταν / διαρρυθμιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαρρυθμίστηκα
εσύ διαρρυθμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαρρυθμίστηκε
εμείς διαρρυθμιστήκαμε
εσείς διαρρυθμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρυθμίστηκαν / διαρρυθμιστήκαν / διαρρυθμιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαρρυθμίζομαι
εσύ θα διαρρυθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρυθμίζεται
εμείς θα διαρρυθμιζόμαστε
εσείς θα διαρρυθμίζεστε / θα διαρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρρυθμίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρρυθμιστώ
εσύ θα διαρρυθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρυθμιστεί
εμείς θα διαρρυθμιστούμε
εσείς θα διαρρυθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρρυθμιστούν / θα διαρρυθμιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαρρυθμιστώ
εσύ να διαρρυθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαρρυθμιστεί
εμείς να διαρρυθμιστούμε
εσείς να διαρρυθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαρρυθμιστούν / διαρρυθμιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαρρυθμιστεί
εσύ έχεις διαρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαρρυθμιστεί
εμείς έχουμε διαρρυθμιστεί
εσείς έχετε διαρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαρρυθμιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαρρυθμιστεί
εσύ είχες διαρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαρρυθμιστεί
εμείς είχαμε διαρρυθμιστεί
εσείς είχατε διαρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαρρυθμιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαρρυθμιστεί
εσύ θα έχεις διαρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαρρυθμιστεί
εμείς θα έχουμε διαρρυθμιστεί
εσείς θα έχετε διαρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαρρυθμιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαρρυθμίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαρρυθμίσου
(εσείς) διαρρυθμιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαρρυθμίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαρρυθμίσει
Μετοχή παρακειμένου
διαρρυθμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαρρυθμίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαρρυθμιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.