to flow through
Πλήρης κλίση του ρήματος διαρρέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαρρέω
εσύ διαρρέεις
αυτός/αυτή/αυτό διαρρέει
εμείς διαρρέουμε
εσείς διαρρέετε
Παρατατικός
εγώ διέρρεα
εσύ διέρρεες
αυτός/αυτή/αυτό διέρρεε
εμείς διαρρέαμε
εσείς διαρρέατε
αυτοί/αυτές/αυτά διέρρεαν
Αόριστος
εγώ διέρρευσα
εσύ διέρρευσες
αυτός/αυτή/αυτό διέρρευσε
εμείς διαρρεύσαμε
εσείς διαρρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διέρρευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαρρέω
εσύ θα διαρρέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρέει
εμείς θα διαρρέουμε
εσείς θα διαρρέετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρρεύσω
εσύ θα διαρρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρεύσει
εμείς θα διαρρεύσουμε
εσείς θα διαρρεύσετε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαρρεύσω
εσύ να διαρρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαρρεύσει
εμείς να διαρρεύσουμε
εσείς να διαρρεύσετε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαρρεύσει
εσύ έχεις διαρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαρρεύσει
εμείς έχουμε διαρρεύσει
εσείς έχετε διαρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαρρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαρρεύσει
εσύ είχες διαρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαρρεύσει
εμείς είχαμε διαρρεύσει
εσείς είχατε διαρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαρρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαρρεύσει
εσύ θα έχεις διαρρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαρρεύσει
εμείς θα έχουμε διαρρεύσει
εσείς θα έχετε διαρρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαρρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαρρέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διάρρευσε
(εσείς) διαρρεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαρρέομαι
εσύ διαρρέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαρρέεται
εμείς διαρρεόμαστε
εσείς διαρρέεστε / διαρρεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρέονται
Παρατατικός
εγώ διαρρεόμουν / διαρρεόμουνα
εσύ διαρρεόσουν / διαρρεόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαρρεόταν / διαρρεότανε
εμείς διαρρεόμασταν / διαρρεόμαστε
εσείς διαρρεόσασταν / διαρρεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρρέονταν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαρρέομαι
εσύ θα διαρρέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρρέεται
εμείς θα διαρρεόμαστε
εσείς θα διαρρέεστε / θα διαρρεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρρέονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαρρέεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαρρεύσου
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαρρέοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαρρεύσει
Απαρέμφατο
διαρρεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.