to endure, last
Πλήρης κλίση του ρήματος διαρκώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαρκώ
εσύ διαρκείς
αυτός/αυτή/αυτό διαρκεί
εμείς διαρκούμε
εσείς διαρκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρκούν / διαρκούνε
Παρατατικός
εγώ διαρκούσα
εσύ διαρκούσες
αυτός/αυτή/αυτό διαρκούσε
εμείς διαρκούσαμε
εσείς διαρκούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαρκούσαν / διαρκούσανε
Αόριστος
εγώ διήρκεσα / διάρκεσα
εσύ διήρκεσες / διάρκεσες
αυτός/αυτή/αυτό διήρκεσε / διάρκεσε
εμείς διαρκέσαμε
εσείς διαρκέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διήρκεσαν / διαρκέσαν / διαρκέσανε / διάρκεσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαρκώ
εσύ θα διαρκείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρκεί
εμείς θα διαρκούμε
εσείς θα διαρκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρκούν / θα διαρκούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρκέσω
εσύ θα διαρκέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαρκέσει
εμείς θα διαρκέσουμε
εσείς θα διαρκέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαρκέσουν / θα διαρκέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαρκέσω
εσύ να διαρκέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαρκέσει
εμείς να διαρκέσουμε
εσείς να διαρκέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαρκέσουν / διαρκέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαρκέσει
εσύ έχεις διαρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαρκέσει
εμείς έχουμε διαρκέσει
εσείς έχετε διαρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαρκέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαρκέσει
εσύ είχες διαρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαρκέσει
εμείς είχαμε διαρκέσει
εσείς είχατε διαρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαρκέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαρκέσει
εσύ θα έχεις διαρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαρκέσει
εμείς θα έχουμε διαρκέσει
εσείς θα έχετε διαρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαρκέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαρκείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διήρκεσε
(εσείς) διαρκέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαρκώντας / έχοντας διαρκέσει
Απαρέμφατο
διαρκέσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.