to negotiate
Πλήρης κλίση του ρήματος διαπραγματεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαπραγματεύομαι
εσύ διαπραγματεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαπραγματεύεται
εμείς διαπραγματευόμαστε
εσείς διαπραγματεύεστε / διαπραγματευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπραγματεύονται
Παρατατικός
εγώ διαπραγματευόμουν / διαπραγματευόμουνα
εσύ διαπραγματευόσουν / διαπραγματευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαπραγματευόταν / διαπραγματευότανε
εμείς διαπραγματευόμασταν / διαπραγματευόμαστε
εσείς διαπραγματευόσασταν / διαπραγματευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπραγματεύονταν / διαπραγματευόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαπραγματεύτηκα
εσύ διαπραγματεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαπραγματεύτηκε
εμείς διαπραγματευτήκαμε
εσείς διαπραγματευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπραγματεύτηκαν / διαπραγματευτήκαν / διαπραγματευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαπραγματεύομαι
εσύ θα διαπραγματεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπραγματεύεται
εμείς θα διαπραγματευόμαστε
εσείς θα διαπραγματεύεστε / θα διαπραγματευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπραγματεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπραγματευτώ
εσύ θα διαπραγματευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπραγματευτεί
εμείς θα διαπραγματευτούμε
εσείς θα διαπραγματευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπραγματευτούν / θα διαπραγματευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαπραγματευτώ
εσύ να διαπραγματευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαπραγματευτεί
εμείς να διαπραγματευτούμε
εσείς να διαπραγματευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαπραγματευτούν / διαπραγματευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαπραγματευτεί
εσύ έχεις διαπραγματευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαπραγματευτεί
εμείς έχουμε διαπραγματευτεί
εσείς έχετε διαπραγματευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαπραγματευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαπραγματευτεί
εσύ είχες διαπραγματευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαπραγματευτεί
εμείς είχαμε διαπραγματευτεί
εσείς είχατε διαπραγματευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαπραγματευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαπραγματευτεί
εσύ θα έχεις διαπραγματευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαπραγματευτεί
εμείς θα έχουμε διαπραγματευτεί
εσείς θα έχετε διαπραγματευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαπραγματευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαπραγματεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) διαπραγματευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαπραγματευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.