to have it out, quarrel, bicker, fight (have a verbal dispute)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαπληκτίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαπληκτίζομαι
εσύ διαπληκτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαπληκτίζεται
εμείς διαπληκτιζόμαστε
εσείς διαπληκτίζεστε / διαπληκτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπληκτίζονται
Παρατατικός
εγώ διαπληκτιζόμουν / διαπληκτιζόμουνα
εσύ διαπληκτιζόσουν / διαπληκτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαπληκτιζόταν / διαπληκτιζότανε
εμείς διαπληκτιζόμασταν / διαπληκτιζόμαστε
εσείς διαπληκτιζόσασταν / διαπληκτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπληκτίζονταν / διαπληκτιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαπληκτίστηκα / διαπληκτίσθηκα
εσύ διαπληκτίστηκες / διαπληκτίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαπληκτίστηκε / διαπληκτίσθηκε
εμείς διαπληκτιστήκαμε / διαπληκτισθήκαμε
εσείς διαπληκτιστήκατε / διαπληκτισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπληκτίστηκαν / διαπληκτιστήκαν / διαπληκτιστήκανε / διαπληκτίσθηκαν / διαπληκτισθήκαν / διαπληκτισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαπληκτίζομαι
εσύ θα διαπληκτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπληκτίζεται
εμείς θα διαπληκτιζόμαστε
εσείς θα διαπληκτίζεστε / θα διαπληκτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπληκτίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπληκτιστώ / θα διαπληκτισθώ
εσύ θα διαπληκτιστείς / θα διαπληκτισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπληκτιστεί / θα διαπληκτισθεί
εμείς θα διαπληκτιστούμε / θα διαπληκτισθούμε
εσείς θα διαπληκτιστείτε / θα διαπληκτισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπληκτιστούν / θα διαπληκτιστούνε / θα διαπληκτισθούν / θα διαπληκτισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαπληκτιστώ / διαπληκτισθώ
εσύ να διαπληκτιστείς / διαπληκτισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εμείς να διαπληκτιστούμε / διαπληκτισθούμε
εσείς να διαπληκτιστείτε / διαπληκτισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαπληκτιστούν / διαπληκτιστούνε / διαπληκτισθούν / διαπληκτισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσύ έχεις διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εμείς έχουμε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσείς έχετε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσύ είχες διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εμείς είχαμε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσείς είχατε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσύ θα έχεις διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εμείς θα έχουμε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
εσείς θα έχετε διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαπληκτίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαπληκτίσου
(εσείς) διαπληκτιστείτε / διαπληκτισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαπληκτιστεί / διαπληκτισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.