Κλίση του ρήματος διαπιστώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διαπιστώνω
to ascertain, to find out, to realize
Πλήρης κλίση του ρήματος διαπιστώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαπιστώνω
εσύ διαπιστώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διαπιστώνει
εμείς διαπιστώνουμε
εσείς διαπιστώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπιστώνουν / διαπιστώνουνε

Παρατατικός

εγώ διαπίστωνα
εσύ διαπίστωνες
αυτός/αυτή/αυτό διαπίστωνε
εμείς διαπιστώναμε
εσείς διαπιστώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπίστωναν / διαπιστώναν / διαπιστώνανε

Αόριστος

εγώ διαπίστωσα
εσύ διαπίστωσες
αυτός/αυτή/αυτό διαπίστωσε
εμείς διαπιστώσαμε
εσείς διαπιστώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπίστωσαν / διαπιστώσαν / διαπιστώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαπιστώνω
εσύ θα διαπιστώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπιστώνει
εμείς θα διαπιστώνουμε
εσείς θα διαπιστώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπιστώνουν / θα διαπιστώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαπιστώσω
εσύ θα διαπιστώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπιστώσει
εμείς θα διαπιστώσουμε
εσείς θα διαπιστώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπιστώσουν / θα διαπιστώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαπιστώσω
εσύ να διαπιστώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαπιστώσει
εμείς να διαπιστώσουμε
εσείς να διαπιστώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαπιστώσουν / διαπιστώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαπιστώσει
εσύ έχεις διαπιστώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαπιστώσει
εμείς έχουμε διαπιστώσει
εσείς έχετε διαπιστώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαπιστώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαπιστώσει
εσύ είχες διαπιστώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαπιστώσει
εμείς είχαμε διαπιστώσει
εσείς είχατε διαπιστώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαπιστώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαπιστώσει
εσύ θα έχεις διαπιστώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαπιστώσει
εμείς θα έχουμε διαπιστώσει
εσείς θα έχετε διαπιστώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαπιστώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διαπίστωνε
(εσείς) διαπιστώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διαπίστωσε
(εσείς) διαπιστώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαπιστώνομαι
εσύ διαπιστώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαπιστώνεται
εμείς διαπιστωνόμαστε
εσείς διαπιστώνεστε / διαπιστωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπιστώνονται

Παρατατικός

εγώ διαπιστωνόμουν / διαπιστωνόμουνα
εσύ διαπιστωνόσουν / διαπιστωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαπιστωνόταν / διαπιστωνότανε
εμείς διαπιστωνόμασταν / διαπιστωνόμαστε
εσείς διαπιστωνόσασταν / διαπιστωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπιστώνονταν / διαπιστωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ διαπιστώθηκα
εσύ διαπιστώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαπιστώθηκε
εμείς διαπιστωθήκαμε
εσείς διαπιστωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαπιστώθηκαν / διαπιστωθήκαν / διαπιστωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαπιστώνομαι
εσύ θα διαπιστώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπιστώνεται
εμείς θα διαπιστωνόμαστε
εσείς θα διαπιστώνεστε / θα διαπιστωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπιστώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαπιστωθώ
εσύ θα διαπιστωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαπιστωθεί
εμείς θα διαπιστωθούμε
εσείς θα διαπιστωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαπιστωθούν / θα διαπιστωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαπιστωθώ
εσύ να διαπιστωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαπιστωθεί
εμείς να διαπιστωθούμε
εσείς να διαπιστωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαπιστωθούν / διαπιστωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαπιστωθεί
εσύ έχεις διαπιστωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαπιστωθεί
εμείς έχουμε διαπιστωθεί
εσείς έχετε διαπιστωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαπιστωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαπιστωθεί
εσύ είχες διαπιστωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαπιστωθεί
εμείς είχαμε διαπιστωθεί
εσείς είχατε διαπιστωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαπιστωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαπιστωθεί
εσύ θα έχεις διαπιστωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαπιστωθεί
εμείς θα έχουμε διαπιστωθεί
εσείς θα έχετε διαπιστωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαπιστωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διαπιστώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διαπιστώσου
(εσείς) διαπιστωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διαπιστώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διαπιστώσει

Μετοχή παρακειμένου

διαπιστωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διαπιστώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διαπιστωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.