to traverse a distance
Πλήρης κλίση του ρήματος διανύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διανύω
εσύ διανύεις
αυτός/αυτή/αυτό διανύει
εμείς διανύουμε
εσείς διανύετε
αυτοί/αυτές/αυτά διανύουν / διανύουνε
Παρατατικός
εγώ διάνυα / διήνυα
εσύ διάνυες / διήνυες
αυτός/αυτή/αυτό διάνυε / διήνυε
εμείς διανύαμε
εσείς διανύατε
αυτοί/αυτές/αυτά διάνυαν / διανύαν / διανύανε / διήνυαν
Αόριστος
εγώ διάνυσα / διήνυσα
εσύ διάνυσες / διήνυσες
αυτός/αυτή/αυτό διάνυσε / διήνυσε
εμείς διανύσαμε
εσείς διανύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διάνυσαν / διανύσαν / διανύσανε / διήνυσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διανύω
εσύ θα διανύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διανύει
εμείς θα διανύουμε
εσείς θα διανύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διανύουν / θα διανύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διανύσω
εσύ θα διανύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διανύσει
εμείς θα διανύσουμε
εσείς θα διανύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διανύσουν / θα διανύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διανύσω
εσύ να διανύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διανύσει
εμείς να διανύσουμε
εσείς να διανύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διανύσουν / διανύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διανύσει
εσύ έχεις διανύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διανύσει
εμείς έχουμε διανύσει
εσείς έχετε διανύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διανύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διανύσει
εσύ είχες διανύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διανύσει
εμείς είχαμε διανύσει
εσείς είχατε διανύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διανύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διανύσει
εσύ θα έχεις διανύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διανύσει
εμείς θα έχουμε διανύσει
εσείς θα έχετε διανύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διανύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διάνυε
(εσείς) διανύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διάνυσε / διήνυσε
(εσείς) διανύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διανύομαι
εσύ διανύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διανύεται
εμείς διανυόμαστε
εσείς διανύεστε / διανυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διανύονται
Παρατατικός
εμείς διανυόμασταν / διανυόμαστε
εσείς διανυόσασταν / διανυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διανύονταν
Αόριστος
εγώ διανύθηκα
εσύ διανύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διανύθηκε
εμείς διανυθήκαμε
εσείς διανυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διανύθηκαν / διανυθήκαν / διανυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διανύομαι
εσύ θα διανύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διανύεται
εμείς θα διανυόμαστε
εσείς θα διανύεστε / θα διανυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διανύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διανυθώ
εσύ θα διανυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διανυθεί
εμείς θα διανυθούμε
εσείς θα διανυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διανυθούν / θα διανυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διανυθώ
εσύ να διανυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διανυθεί
εμείς να διανυθούμε
εσείς να διανυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διανυθούν / διανυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διανυθεί
εσύ έχεις διανυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διανυθεί
εμείς έχουμε διανυθεί
εσείς έχετε διανυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διανυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διανυθεί
εσύ είχες διανυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διανυθεί
εμείς είχαμε διανυθεί
εσείς είχατε διανυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διανυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διανυθεί
εσύ θα έχεις διανυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διανυθεί
εμείς θα έχουμε διανυθεί
εσείς θα έχετε διανυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διανυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διανύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διανύσου
(εσείς) διανυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διανύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διανύσει
Μετοχή παρακειμένου
διανυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διανύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διανυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.