to forward, convey, pass on a message, report
Πλήρης κλίση του ρήματος διαμηνύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαμηνύω
εσύ διαμηνύεις
αυτός/αυτή/αυτό διαμηνύει
εμείς διαμηνύουμε
εσείς διαμηνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμηνύουν / διαμηνύουνε
Παρατατικός
εγώ διεμήνυα / διαμήνυα
εσύ διεμήνυες / διαμήνυες
αυτός/αυτή/αυτό διεμήνυε / διαμήνυε
εμείς διαμηνύαμε
εσείς διαμηνύατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεμήνυαν / διαμηνύαν / διαμηνύανε / διαμήνυαν
Αόριστος
εγώ διεμήνυσα / διαμήνυσα
εσύ διεμήνυσες / διαμήνυσες
αυτός/αυτή/αυτό διεμήνυσε / διαμήνυσε
εμείς διαμηνύσαμε
εσείς διαμηνύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διεμήνυσαν / διαμηνύσαν / διαμηνύσανε / διαμήνυσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαμηνύω
εσύ θα διαμηνύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμηνύει
εμείς θα διαμηνύουμε
εσείς θα διαμηνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμηνύουν / θα διαμηνύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαμηνύσω
εσύ θα διαμηνύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμηνύσει
εμείς θα διαμηνύσουμε
εσείς θα διαμηνύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμηνύσουν / θα διαμηνύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαμηνύσω
εσύ να διαμηνύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαμηνύσει
εμείς να διαμηνύσουμε
εσείς να διαμηνύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαμηνύσουν / διαμηνύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαμηνύσει
εσύ έχεις διαμηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαμηνύσει
εμείς έχουμε διαμηνύσει
εσείς έχετε διαμηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαμηνύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαμηνύσει
εσύ είχες διαμηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαμηνύσει
εμείς είχαμε διαμηνύσει
εσείς είχατε διαμηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαμηνύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαμηνύσει
εσύ θα έχεις διαμηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαμηνύσει
εμείς θα έχουμε διαμηνύσει
εσείς θα έχετε διαμηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαμηνύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαμήνυε
(εσείς) διαμηνύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαμήνυσε
(εσείς) διαμηνύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαμηνύομαι
εσύ διαμηνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαμηνύεται
εμείς διαμηνυόμαστε
εσείς διαμηνύεστε / διαμηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμηνύονται
Παρατατικός
εγώ διαμηνυόμουν
εσύ διαμηνυόσουν
αυτός/αυτή/αυτό διαμηνυόταν
εμείς διαμηνυόμασταν / διαμηνυόμαστε
εσείς διαμηνυόσασταν / διαμηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμηνύονταν
Αόριστος
εγώ διαμηνύθηκα
εσύ διαμηνύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαμηνύθηκε
εμείς διαμηνυθήκαμε
εσείς διαμηνυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμηνύθηκαν / διαμηνυθήκαν / διαμηνυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαμηνύομαι
εσύ θα διαμηνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμηνύεται
εμείς θα διαμηνυόμαστε
εσείς θα διαμηνύεστε / θα διαμηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμηνύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαμηνυθώ
εσύ θα διαμηνυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμηνυθεί
εμείς θα διαμηνυθούμε
εσείς θα διαμηνυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμηνυθούν / θα διαμηνυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαμηνυθώ
εσύ να διαμηνυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαμηνυθεί
εμείς να διαμηνυθούμε
εσείς να διαμηνυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαμηνυθούν / διαμηνυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαμηνυθεί
εσύ έχεις διαμηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαμηνυθεί
εμείς έχουμε διαμηνυθεί
εσείς έχετε διαμηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαμηνυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαμηνυθεί
εσύ είχες διαμηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαμηνυθεί
εμείς είχαμε διαμηνυθεί
εσείς είχατε διαμηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαμηνυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαμηνυθεί
εσύ θα έχεις διαμηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαμηνυθεί
εμείς θα έχουμε διαμηνυθεί
εσείς θα έχετε διαμηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαμηνυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαμηνύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαμηνύσου
(εσείς) διαμηνυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαμηνύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαμηνύσει
Απαρέμφατο
διαμηνύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαμηνυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.