to be exchanged (something said during discussions)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαμείβομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαμείβομαι
εσύ διαμείβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαμείβεται
εμείς διαμειβόμαστε
εσείς διαμείβεστε / διαμειβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμείβονται
Παρατατικός
εγώ διαμειβόμουν / διαμειβόμουνα
εσύ διαμειβόσουν / διαμειβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαμειβόταν / διαμειβότανε
εμείς διαμειβόμασταν / διαμειβόμαστε
εσείς διαμειβόσασταν / διαμειβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμείβονταν / διαμειβόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαμείφθηκα
εσύ διαμείφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαμείφθηκε / διημείφθη
εμείς διαμειφθήκαμε
εσείς διαμειφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαμείφθηκαν / διημείφθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαμείβομαι
εσύ θα διαμείβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμείβεται
εμείς θα διαμειβόμαστε
εσείς θα διαμείβεστε / θα διαμειβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμείβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαμειφθώ
εσύ θα διαμειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαμειφθεί
εμείς θα διαμειφθούμε
εσείς θα διαμειφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαμειφθούν
Υποτακτική (να)
εγώ να διαμειφθώ
εσύ να διαμειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαμειφθεί
εμείς να διαμειφθούμε
εσείς να διαμειφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαμειφθούν
Παρακείμενος
εγώ έχω διαμειφθεί
εσύ έχεις διαμειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαμειφθεί
εμείς έχουμε διαμειφθεί
εσείς έχετε διαμειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαμειφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαμειφθεί
εσύ είχες διαμειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαμειφθεί
εμείς είχαμε διαμειφθεί
εσείς είχατε διαμειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαμειφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαμειφθεί
εσύ θα έχεις διαμειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαμειφθεί
εμείς θα έχουμε διαμειφθεί
εσείς θα έχετε διαμειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαμειφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαμείβεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαμείψου
(εσείς) διαμειφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διαμειβόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαμειφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.