to meditate, contemplate
Πλήρης κλίση του ρήματος διαλογίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαλογίζομαι
εσύ διαλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαλογίζεται
εμείς διαλογιζόμαστε
εσείς διαλογίζεστε / διαλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαλογίζονται
Παρατατικός
εγώ διαλογιζόμουν / διαλογιζόμουνα
εσύ διαλογιζόσουν / διαλογιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαλογιζόταν / διαλογιζότανε
εμείς διαλογιζόμασταν / διαλογιζόμαστε
εσείς διαλογιζόσασταν / διαλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαλογίζονταν / διαλογιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαλογίστηκα
εσύ διαλογίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαλογίστηκε
εμείς διαλογιστήκαμε
εσείς διαλογιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαλογίστηκαν / διαλογιστήκαν / διαλογιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαλογίζομαι
εσύ θα διαλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαλογίζεται
εμείς θα διαλογιζόμαστε
εσείς θα διαλογίζεστε / θα διαλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαλογίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαλογιστώ
εσύ θα διαλογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαλογιστεί
εμείς θα διαλογιστούμε
εσείς θα διαλογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαλογιστούν / θα διαλογιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαλογιστώ
εσύ να διαλογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαλογιστεί
εμείς να διαλογιστούμε
εσείς να διαλογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαλογιστούν / διαλογιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαλογιστεί
εσύ έχεις διαλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαλογιστεί
εμείς έχουμε διαλογιστεί
εσείς έχετε διαλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαλογιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαλογιστεί
εσύ είχες διαλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαλογιστεί
εμείς είχαμε διαλογιστεί
εσείς είχατε διαλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαλογιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαλογιστεί
εσύ θα έχεις διαλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαλογιστεί
εμείς θα έχουμε διαλογιστεί
εσείς θα έχετε διαλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαλογιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαλογίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαλογίσου
(εσείς) διαλογιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαλογιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.