Κλίση του ρήματος διακινώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διακινώ
to transport (especially goods)
Πλήρης κλίση του ρήματος διακινώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διακινώ
εσύ διακινείς
αυτός/αυτή/αυτό διακινεί
εμείς διακινούμε
εσείς διακινείτε
αυτοί/αυτές/αυτά διακινούν / διακινούνε

Παρατατικός

εγώ διακινούσα
εσύ διακινούσες
αυτός/αυτή/αυτό διακινούσε
εμείς διακινούσαμε
εσείς διακινούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διακινούσαν / διακινούσανε

Αόριστος

εγώ διακίνησα
εσύ διακίνησες
αυτός/αυτή/αυτό διακίνησε
εμείς διακινήσαμε
εσείς διακινήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διακίνησαν / διακινήσαν / διακινήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διακινώ
εσύ θα διακινείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διακινεί
εμείς θα διακινούμε
εσείς θα διακινείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διακινούν / θα διακινούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διακινήσω
εσύ θα διακινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διακινήσει
εμείς θα διακινήσουμε
εσείς θα διακινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διακινήσουν / θα διακινήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διακινήσω
εσύ να διακινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διακινήσει
εμείς να διακινήσουμε
εσείς να διακινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διακινήσουν / διακινήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διακινήσει
εσύ έχεις διακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διακινήσει
εμείς έχουμε διακινήσει
εσείς έχετε διακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διακινήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διακινήσει
εσύ είχες διακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διακινήσει
εμείς είχαμε διακινήσει
εσείς είχατε διακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διακινήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διακινήσει
εσύ θα έχεις διακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διακινήσει
εμείς θα έχουμε διακινήσει
εσείς θα έχετε διακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διακινήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διακινείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διακίνησε
(εσείς) διακινήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διακινούμαι
εσύ διακινείσαι
αυτός/αυτή/αυτό διακινείται
εμείς διακινούμαστε
εσείς διακινείστε
αυτοί/αυτές/αυτά διακινούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό διακινούνταν / διακινείτο
εμείς διακινούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διακινούνταν / διακινούντο

Αόριστος

εγώ διακινήθηκα
εσύ διακινήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διακινήθηκε
εμείς διακινηθήκαμε
εσείς διακινηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διακινήθηκαν / διακινηθήκαν / διακινηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διακινούμαι
εσύ θα διακινείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διακινείται
εμείς θα διακινούμαστε
εσείς θα διακινείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διακινούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διακινηθώ
εσύ θα διακινηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διακινηθεί
εμείς θα διακινηθούμε
εσείς θα διακινηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διακινηθούν / θα διακινηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διακινηθώ
εσύ να διακινηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διακινηθεί
εμείς να διακινηθούμε
εσείς να διακινηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διακινηθούν / διακινηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διακινηθεί
εσύ έχεις διακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διακινηθεί
εμείς έχουμε διακινηθεί
εσείς έχετε διακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διακινηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διακινηθεί
εσύ είχες διακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διακινηθεί
εμείς είχαμε διακινηθεί
εσείς είχατε διακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διακινηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διακινηθεί
εσύ θα έχεις διακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διακινηθεί
εμείς θα έχουμε διακινηθεί
εσείς θα έχετε διακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διακινηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διακινείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διακινήσου
(εσείς) διακινηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διακινώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διακινήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

διακινούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

διακινημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διακινήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διακινηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.