to arbitrate (to make a judgment (on a dispute) as an arbitrator or arbiter)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαιτητεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαιτητεύω
εσύ διαιτητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό διαιτητεύει
εμείς διαιτητεύουμε
εσείς διαιτητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαιτητεύουν / διαιτητεύουνε
Παρατατικός
εγώ διαιτήτευα
εσύ διαιτήτευες
αυτός/αυτή/αυτό διαιτήτευε
εμείς διαιτητεύαμε
εσείς διαιτητεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαιτήτευαν / διαιτητεύαν / διαιτητεύανε
Αόριστος
εγώ διαιτήτευσα
εσύ διαιτήτευσες
αυτός/αυτή/αυτό διαιτήτευσε
εμείς διαιτητεύσαμε
εσείς διαιτητεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαιτήτευσαν / διαιτητεύσαν / διαιτητεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαιτητεύω
εσύ θα διαιτητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαιτητεύει
εμείς θα διαιτητεύουμε
εσείς θα διαιτητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαιτητεύουν / θα διαιτητεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαιτητεύσω
εσύ θα διαιτητεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαιτητεύσει
εμείς θα διαιτητεύσουμε
εσείς θα διαιτητεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαιτητεύσουν / θα διαιτητεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαιτητεύσω
εσύ να διαιτητεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαιτητεύσει
εμείς να διαιτητεύσουμε
εσείς να διαιτητεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαιτητεύσουν / διαιτητεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαιτητεύσει
εσύ έχεις διαιτητεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαιτητεύσει
εμείς έχουμε διαιτητεύσει
εσείς έχετε διαιτητεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαιτητεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαιτητεύσει
εσύ είχες διαιτητεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαιτητεύσει
εμείς είχαμε διαιτητεύσει
εσείς είχατε διαιτητεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαιτητεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαιτητεύσει
εσύ θα έχεις διαιτητεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαιτητεύσει
εμείς θα έχουμε διαιτητεύσει
εσείς θα έχετε διαιτητεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαιτητεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαιτήτευε
(εσείς) διαιτητεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαιτήτευσε
(εσείς) διαιτητεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαιτητεύοντας / έχοντας διαιτητεύσει
Απαρέμφατο
διαιτητεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.