to sense, intuit, foresee
Πλήρης κλίση του ρήματος διαισθάνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαισθάνομαι
εσύ διαισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαισθάνεται
εμείς διαισθανόμαστε
εσείς διαισθάνεστε / διαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαισθάνονται
Παρατατικός
εγώ διαισθανόμουν / διαισθανόμουνα
εσύ διαισθανόσουν / διαισθανόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαισθανόταν / διαισθανότανε
εμείς διαισθανόμασταν / διαισθανόμαστε
εσείς διαισθανόσασταν / διαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαισθάνονταν / διαισθανόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαισθάνθηκα
εσύ διαισθάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαισθάνθηκε
εμείς διαισθανθήκαμε
εσείς διαισθανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαισθάνθηκαν / διαισθανθήκαν / διαισθανθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαισθάνομαι
εσύ θα διαισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαισθάνεται
εμείς θα διαισθανόμαστε
εσείς θα διαισθάνεστε / θα διαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαισθάνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαισθανθώ
εσύ θα διαισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαισθανθεί
εμείς θα διαισθανθούμε
εσείς θα διαισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαισθανθούν / θα διαισθανθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαισθανθώ
εσύ να διαισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαισθανθεί
εμείς να διαισθανθούμε
εσείς να διαισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαισθανθούν / διαισθανθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαισθανθεί
εσύ έχεις διαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαισθανθεί
εμείς έχουμε διαισθανθεί
εσείς έχετε διαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαισθανθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαισθανθεί
εσύ είχες διαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαισθανθεί
εμείς είχαμε διαισθανθεί
εσείς είχατε διαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαισθανθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαισθανθεί
εσύ θα έχεις διαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαισθανθεί
εμείς θα έχουμε διαισθανθεί
εσείς θα έχετε διαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαισθανθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαισθάνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαισθάνσου
(εσείς) διαισθανθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διαισθανόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαισθανθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.