Κλίση του ρήματος διαθλώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διαθλώ
to refract, diffract
Πλήρης κλίση του ρήματος διαθλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαθλώ
εσύ διαθλάς
αυτός/αυτή/αυτό διαθλά
εμείς διαθλούμε
εσείς διαθλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά διαθλούν / διαθλούνε

Παρατατικός

εγώ διαθλούσα
εσύ διαθλούσες
αυτός/αυτή/αυτό διαθλούσε
εμείς διαθλούσαμε
εσείς διαθλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαθλούσαν / διαθλούσανε

Αόριστος

εγώ διέθλασα
εσύ διέθλασες
αυτός/αυτή/αυτό διέθλασε
εμείς διαθλάσαμε
εσείς διαθλάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διέθλασαν / διαθλάσαν / διαθλάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαθλώ
εσύ θα διαθλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαθλά
εμείς θα διαθλούμε
εσείς θα διαθλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαθλούν / θα διαθλούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαθλάσω
εσύ θα διαθλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαθλάσει
εμείς θα διαθλάσουμε
εσείς θα διαθλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαθλάσουν / θα διαθλάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαθλάσω
εσύ να διαθλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαθλάσει
εμείς να διαθλάσουμε
εσείς να διαθλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαθλάσουν / διαθλάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαθλάσει
εσύ έχεις διαθλάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαθλάσει
εμείς έχουμε διαθλάσει
εσείς έχετε διαθλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαθλάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαθλάσει
εσύ είχες διαθλάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαθλάσει
εμείς είχαμε διαθλάσει
εσείς είχατε διαθλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαθλάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαθλάσει
εσύ θα έχεις διαθλάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαθλάσει
εμείς θα έχουμε διαθλάσει
εσείς θα έχετε διαθλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαθλάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διαθλάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διάθλασε
(εσείς) διαθλάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαθλώμαι
εσύ διαθλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαθλάται
εμείς διαθλόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς διαθλάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά διαθλώνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό διαθλάτο / διεθλάτο
αυτοί/αυτές/αυτά διαθλώντο / διεθλώντο

Αόριστος

εγώ διαθλάστηκα
εσύ διαθλάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαθλάστηκε
εμείς διαθλαστήκαμε
εσείς διαθλαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαθλάστηκαν / διαθλαστήκαν / διαθλαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαθλώμαι
εσύ θα διαθλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαθλάται
εμείς θα διαθλόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα διαθλάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαθλώνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαθλαστώ
εσύ θα διαθλαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαθλαστεί
εμείς θα διαθλαστούμε
εσείς θα διαθλαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαθλαστούν / θα διαθλαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαθλαστώ
εσύ να διαθλαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαθλαστεί
εμείς να διαθλαστούμε
εσείς να διαθλαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαθλαστούν / διαθλαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαθλαστεί
εσύ έχεις διαθλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαθλαστεί
εμείς έχουμε διαθλαστεί
εσείς έχετε διαθλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαθλαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαθλαστεί
εσύ είχες διαθλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαθλαστεί
εμείς είχαμε διαθλαστεί
εσείς είχατε διαθλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαθλαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαθλαστεί
εσύ θα έχεις διαθλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαθλαστεί
εμείς θα έχουμε διαθλαστεί
εσείς θα έχετε διαθλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαθλαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διαθλάστε / διαθλάσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διαθλάσου
(εσείς) διαθλαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διαθλώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διαθλάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

διαθλώμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

διαθλασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διαθλάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διαθλαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.