to play a role, act a part
Πλήρης κλίση του ρήματος διαδραματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαδραματίζω
εσύ διαδραματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διαδραματίζει
εμείς διαδραματίζουμε
εσείς διαδραματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραματίζουν / διαδραματίζουνε
Παρατατικός
εγώ διαδραμάτιζα
εσύ διαδραμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό διαδραμάτιζε
εμείς διαδραματίζαμε
εσείς διαδραματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραμάτιζαν / διαδραματίζαν / διαδραματίζανε
Αόριστος
εγώ διαδραμάτισα
εσύ διαδραμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό διαδραμάτισε
εμείς διαδραματίσαμε
εσείς διαδραματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραμάτισαν / διαδραματίσαν / διαδραματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαδραματίζω
εσύ θα διαδραματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδραματίζει
εμείς θα διαδραματίζουμε
εσείς θα διαδραματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδραματίζουν / θα διαδραματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαδραματίσω
εσύ θα διαδραματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδραματίσει
εμείς θα διαδραματίσουμε
εσείς θα διαδραματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδραματίσουν / θα διαδραματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαδραματίσω
εσύ να διαδραματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαδραματίσει
εμείς να διαδραματίσουμε
εσείς να διαδραματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαδραματίσουν / διαδραματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαδραματίσει
εσύ έχεις διαδραματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαδραματίσει
εμείς έχουμε διαδραματίσει
εσείς έχετε διαδραματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαδραματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαδραματίσει
εσύ είχες διαδραματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαδραματίσει
εμείς είχαμε διαδραματίσει
εσείς είχατε διαδραματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαδραματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαδραματίσει
εσύ θα έχεις διαδραματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαδραματίσει
εμείς θα έχουμε διαδραματίσει
εσείς θα έχετε διαδραματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαδραματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαδραμάτιζε
(εσείς) διαδραματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαδραμάτισε
(εσείς) διαδραματίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαδραματίζομαι
εσύ διαδραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαδραματίζεται
εμείς διαδραματιζόμαστε
εσείς διαδραματίζεστε / διαδραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραματίζονται
Παρατατικός
εγώ διαδραματιζόμουν / διαδραματιζόμουνα
εσύ διαδραματιζόσουν / διαδραματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαδραματιζόταν / διαδραματιζότανε
εμείς διαδραματιζόμασταν / διαδραματιζόμαστε
εσείς διαδραματιζόσασταν / διαδραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραματίζονταν / διαδραματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαδραματίστηκα
εσύ διαδραματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαδραματίστηκε
εμείς διαδραματιστήκαμε
εσείς διαδραματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδραματίστηκαν / διαδραματιστήκαν / διαδραματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαδραματίζομαι
εσύ θα διαδραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδραματίζεται
εμείς θα διαδραματιζόμαστε
εσείς θα διαδραματίζεστε / θα διαδραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδραματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαδραματιστώ
εσύ θα διαδραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδραματιστεί
εμείς θα διαδραματιστούμε
εσείς θα διαδραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδραματιστούν / θα διαδραματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαδραματιστώ
εσύ να διαδραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαδραματιστεί
εμείς να διαδραματιστούμε
εσείς να διαδραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαδραματιστούν / διαδραματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαδραματιστεί
εσύ έχεις διαδραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαδραματιστεί
εμείς έχουμε διαδραματιστεί
εσείς έχετε διαδραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαδραματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαδραματιστεί
εσύ είχες διαδραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαδραματιστεί
εμείς είχαμε διαδραματιστεί
εσείς είχατε διαδραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαδραματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαδραματιστεί
εσύ θα έχεις διαδραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαδραματιστεί
εμείς θα έχουμε διαδραματιστεί
εσείς θα έχετε διαδραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαδραματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαδραματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαδραματίσου
(εσείς) διαδραματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαδραματίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαδραματίσει
Απαρέμφατο
διαδραματίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαδραματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.