to demonstrate, protest; literally: "I demonstrate/protest"
Πλήρης κλίση του ρήματος διαδηλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαδηλώνω
εσύ διαδηλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διαδηλώνει
εμείς διαδηλώνουμε
εσείς διαδηλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδηλώνουν / διαδηλώνουνε
Παρατατικός
εγώ διαδήλωνα
εσύ διαδήλωνες
αυτός/αυτή/αυτό διαδήλωνε
εμείς διαδηλώναμε
εσείς διαδηλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδήλωναν / διαδηλώναν / διαδηλώνανε
Αόριστος
εγώ διαδήλωσα
εσύ διαδήλωσες
αυτός/αυτή/αυτό διαδήλωσε
εμείς διαδηλώσαμε
εσείς διαδηλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδήλωσαν / διαδηλώσαν / διαδηλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαδηλώνω
εσύ θα διαδηλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδηλώνει
εμείς θα διαδηλώνουμε
εσείς θα διαδηλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδηλώνουν / θα διαδηλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαδηλώσω
εσύ θα διαδηλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδηλώσει
εμείς θα διαδηλώσουμε
εσείς θα διαδηλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδηλώσουν / θα διαδηλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαδηλώσω
εσύ να διαδηλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαδηλώσει
εμείς να διαδηλώσουμε
εσείς να διαδηλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαδηλώσουν / διαδηλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαδηλώσει
εσύ έχεις διαδηλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαδηλώσει
εμείς έχουμε διαδηλώσει
εσείς έχετε διαδηλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαδηλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαδηλώσει
εσύ είχες διαδηλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαδηλώσει
εμείς είχαμε διαδηλώσει
εσείς είχατε διαδηλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαδηλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαδηλώσει
εσύ θα έχεις διαδηλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαδηλώσει
εμείς θα έχουμε διαδηλώσει
εσείς θα έχετε διαδηλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαδηλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαδήλωνε
(εσείς) διαδηλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαδήλωσε
(εσείς) διαδηλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαδηλώνομαι
εσύ διαδηλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαδηλώνεται
εμείς διαδηλωνόμαστε
εσείς διαδηλώνεστε / διαδηλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδηλώνονται
Παρατατικός
εγώ διαδηλωνόμουν / διαδηλωνόμουνα
εσύ διαδηλωνόσουν / διαδηλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαδηλωνόταν / διαδηλωνότανε
εμείς διαδηλωνόμασταν / διαδηλωνόμαστε
εσείς διαδηλωνόσασταν / διαδηλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδηλώνονταν / διαδηλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαδηλώθηκα
εσύ διαδηλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαδηλώθηκε
εμείς διαδηλωθήκαμε
εσείς διαδηλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδηλώθηκαν / διαδηλωθήκαν / διαδηλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαδηλώνομαι
εσύ θα διαδηλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδηλώνεται
εμείς θα διαδηλωνόμαστε
εσείς θα διαδηλώνεστε / θα διαδηλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδηλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαδηλωθώ
εσύ θα διαδηλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδηλωθεί
εμείς θα διαδηλωθούμε
εσείς θα διαδηλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδηλωθούν / θα διαδηλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαδηλωθώ
εσύ να διαδηλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαδηλωθεί
εμείς να διαδηλωθούμε
εσείς να διαδηλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαδηλωθούν / διαδηλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαδηλωθεί
εσύ έχεις διαδηλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαδηλωθεί
εμείς έχουμε διαδηλωθεί
εσείς έχετε διαδηλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαδηλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαδηλωθεί
εσύ είχες διαδηλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαδηλωθεί
εμείς είχαμε διαδηλωθεί
εσείς είχατε διαδηλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαδηλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαδηλωθεί
εσύ θα έχεις διαδηλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαδηλωθεί
εμείς θα έχουμε διαδηλωθεί
εσείς θα έχετε διαδηλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαδηλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαδηλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαδηλώσου
(εσείς) διαδηλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαδηλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαδηλώσει
Μετοχή παρακειμένου
διαδηλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαδηλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαδηλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.