to succeed, follow (to come next after in order)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαδέχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαδέχομαι
εσύ διαδέχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαδέχεται
εμείς διαδεχόμαστε
εσείς διαδέχεστε / διαδέχεσθε / διαδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδέχονται
Παρατατικός
εγώ διαδεχόμουν / διαδεχόμουνα
εσύ διαδεχόσουν / διαδεχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαδεχόταν / διαδεχότανε
εμείς διαδεχόμασταν / διαδεχόμαστε
εσείς διαδεχόσασταν / διαδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδέχονταν / διαδεχόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαδέχτηκα / διαδέχθηκα
εσύ διαδέχτηκες / διαδέχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαδέχτηκε / διαδέχθηκε
εμείς διαδεχτήκαμε / διαδεχθήκαμε
εσείς διαδεχτήκατε / διαδεχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαδέχτηκαν / διαδεχτήκαν / διαδεχτήκανε / διαδέχθηκαν / διαδεχθήκαν / διαδεχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαδέχομαι
εσύ θα διαδέχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδέχεται
εμείς θα διαδεχόμαστε
εσείς θα διαδέχεστε / θα διαδέχεσθε / θα διαδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδέχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαδεχτώ / θα διαδεχθώ
εσύ θα διαδεχτείς / θα διαδεχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαδεχτεί / θα διαδεχθεί
εμείς θα διαδεχτούμε / θα διαδεχθούμε
εσείς θα διαδεχτείτε / θα διαδεχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαδεχτούν / θα διαδεχτούνε / θα διαδεχθούν / θα διαδεχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαδεχτώ / διαδεχθώ
εσύ να διαδεχτείς / διαδεχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαδεχτεί / διαδεχθεί
εμείς να διαδεχτούμε / διαδεχθούμε
εσείς να διαδεχτείτε / διαδεχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαδεχτούν / διαδεχτούνε / διαδεχθούν / διαδεχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσύ έχεις διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαδεχτεί / διαδεχθεί
εμείς έχουμε διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσείς έχετε διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαδεχτεί / διαδεχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσύ είχες διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαδεχτεί / διαδεχθεί
εμείς είχαμε διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσείς είχατε διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαδεχτεί / διαδεχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσύ θα έχεις διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαδεχτεί / διαδεχθεί
εμείς θα έχουμε διαδεχτεί / διαδεχθεί
εσείς θα έχετε διαδεχτεί / διαδεχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαδεχτεί / διαδεχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαδέχεστε / διαδέχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαδέξου
(εσείς) διαδεχτείτε / διαδεχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διαδεχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαδεχτεί / διαδεχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.